Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
Γιώργος Φωκιανός • gfokianos@naftemporiki.gr
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανεβάζει απότομα τον λογαριασμό για τη ναυτιλία, με την αγορά καυσίμων να περνά σε φάση έντονης αστάθειας. Η παγκόσμια ναυτιλία επιβαρύνεται με επιπλέον 380 εκατ. δολ. ημερησίως, ενώ και στον Πειραιά οι τιμές σε MGO, VLSFO και IFO380 καταγράφουν άλμα σε σχέση με την περίοδο πριν από την 28η Φεβρουαρίου.
Η αγορά bunker επιβεβαιώνει πόσο εκτεθειμένος παραμένει ο κλάδος στις διαταραχές της αγοράς πετρελαίου και στις γεωπολιτικές εντάσεις γύρω από τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν άρχισε η ανάφλεξη. Η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της επιβάρυνσης έρχεται από την Τ&Ε, η οποία -βάσει δεδομένων της Clarksons- εκτιμά ότι η παγκόσμια ναυτιλία πληρώνει επιπλέον 380 εκατ. δολάρια την ημέρα για καύσιμα εξαιτίας της κρίσης. Με βάση τα στοιχεία και τις παραδοχές της T&E, πριν από τη νέα κρίση το ημερήσιο κόστος καυσίμων για την παγκόσμια ναυτιλία υπολογίζεται ότι κυμαινόταν περίπου στα 390 εκατ. δολάρια. Μετά την ανάφλεξη, η πρόσθετη επιβάρυνση των 380 εκατ. ημερησίως ουσιαστικά διπλασίασε τον λογαριασμό, οδηγώντας το συνολικό ημερήσιο κόστος κοντά στα 760 εκατ. δολάρια.
Σε αθροιστική βάση, από την 1η έως την 27η Μαρτίου, το πρόσθετο κόστος για τον κλάδο ξεπέρασε τα 5 δισ. δολάρια. Η εικόνα αυτή δεν προκαλεί έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη ότι το 99% του παγκόσμιου στόλου συνεχίζει να λειτουργεί με ορυκτά καύσιμα, γεγονός που καθιστά τη ναυτιλία άμεσα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των τιμών και στους κινδύνους εφοδιασμού.
Η πίεση φαίνεται καθαρά και στις επιμέρους κατηγορίες καυσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της T&E, το καύσιμο χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο VLSFO (Very Low Sulphur Fuel Oil), που χαρακτηρίζεται ως η «ραχοκοκαλιά» για τον στόλο χωρίς scrubbers, έφτασε στη Σιγκαπούρη τα 941 ευρώ ανά τόνο, σημειώνοντας άνοδο 223% από την αρχή του 2026, ενώ οι τιμές του LNG αυξήθηκαν κατά 72% από τις αρχές Μαρτίου. Όπως τονίζεται, η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν ανεβάζει μόνο το πετρέλαιο, αλλά περνά στο σύνολο του ενεργειακού κόστους της ναυτιλίας. Για έναν κλάδο που καταναλώνει περίπου 4,2 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ακόμη και μικρές αυξήσεις ανά τόνο μετατρέπονται σε τεράστια επιβάρυνση σε παγκόσμια κλίμακα.
Η εικόνα στον Πειραιά
Η σύγκριση με την περίοδο προ κρίσης είναι αποκαλυπτική. Στον Πειραιά, όπου η εικόνα της αγοράς αντανακλά άμεσα τις πιέσεις στην ελληνική ακτοπλοΐα, οι τιμές έχουν κινηθεί έντονα ανοδικά. Στο MGO, που αποτελεί βασικό καύσιμο για τα ακτοπλοϊκά πλοία λόγω της χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, το διάγραμμα δείχνει μια σχεδόν απότομη μεταβολή.
Από επίπεδα κοντά στα 790-800 δολάρια ανά τόνο στα τέλη Φεβρουαρίου, η τιμή εκτινάχθηκε στη διάρκεια του Μαρτίου και άγγιξε ενδομηνιαία υψηλά άνω των 1.500 δολαρίων ανά τόνο, με καταγραφή υψηλού στα 1.513,50 δολάρια. Το μέσο επίπεδο της περιόδου στο τρίμηνο διαμορφώνεται στα 889,50 δολάρια, αλλά το κρίσιμο στοιχείο είναι η ταχύτητα της ανόδου αμέσως μετά την ανάφλεξη.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο VLSFO στον Πειραιά. Στις 27 Φεβρουαρίου η τιμή βρισκόταν στα 585 δολάρια ανά τόνο, ενώ μέσα στον Μάρτιο έφθασε έως τα 923,50 δολάρια, με μέσο όρο περιόδου τα 795,50 δολάρια. Δηλαδή, μιλάμε για μια αγορά που σε λιγότερο από έναν μήνα κινήθηκε από χαμηλά επίπεδα κάτω από τα 600 δολάρια προς ζώνες άνω των 900 δολαρίων. Στο IFO380 η μεταβολή ήταν επίσης εντυπωσιακή: από χαμηλά κοντά στα 360-400 δολάρια ανά τόνο στο τέλος του 2025 και στις αρχές του 2026, η τιμή ανέβηκε μέσα στον Μάρτιο έως και τα 816,50 δολάρια, με μέσο όρο 504,50 δολάρια. Η γενική εικόνα, δηλαδή, δεν αφορά μία μόνο κατηγορία καυσίμου, αλλά ευρεία ανατίμηση σε όλο το φάσμα του bunker.
Για την ελληνική ακτοπλοΐα, η ανατίμηση αυτή μεταφράζεται σε άμεσο λειτουργικό βάρος. Με βάση τα στοιχεία της αγοράς, η τιμή αγοράς του MGO έκλεισε στο τέλος της περασμένης εβδομάδας στα 1.493 δολ. ανά τόνο, αυξημένη κατά 87% σε σύγκριση με τις 28 Φεβρουαρίου. Σε σχέση με την 1η Φεβρουαρίου, η άνοδος φτάνει το 98%, ενώ έναντι των επιπέδων στα τέλη του 2025 αγγίζει σχεδόν το 121%.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο ορατό αν μετατραπεί σε πραγματική κατανάλωση. Για παράδειγμα, ένα πλοίο στη γραμμή Πειραιάς – Ηράκλειο καίει περίπου 40 τόνους στο ταξίδι προς Κρήτη και άλλους 40 στην επιστροφή, ενώ ένα δρομολόγιο Πειραιάς – Σαντορίνη απαιτεί περίπου 75 τόνους για το ταξίδι μετ’ επιστροφής. Με αυτά τα δεδομένα, κάθε αύξηση της τιμής κατά μερικές εκατοντάδες ευρώ ανά τόνο ανεβάζει κατακόρυφα το ημερήσιο κόστος των εταιρειών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκτιμήσεις για την ελληνική αγορά μιλούν για πρόσθετη επιβάρυνση έως 20 εκατ. ευρώ μόνο για τον Μάρτιο, με δεδομένο ότι η ελληνική ακτοπλοΐα καταναλώνει περίπου 30.000 τόνους ναυτιλιακών καυσίμων τον μήνα.
Πηγή: Ναυτεμπορική