Οι Απόκριες στον Πόρο παλιά δεν ήταν «εκδήλωση» με αφίσα και χορηγό. Ήταν ξαφνική επίθεση χαβαλέ, τρέλα που ξεσπούσε από μόνη της, σαν να της άνοιξες την πόρτα και είπε «πάω να τα κάνω π.... όλα».
Ξεκινούσαν από το Τριώδιο και κρατούσαν τρεις Κυριακές – χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ώρα έναρξης, χωρίς τίποτα. Την τελευταία Κυριακή στο τραπέζι υπήρχε πάντα η γαλοπούλα (ή το κοκόρι) που είχε παχύνει όλο τον χειμώνα. Οι νοικοκυρές το έσφαζαν, το έκαναν κοκκινιστό με χειροποίητες χυλοπίτες και το φουσαΐτικο κρασί έρεε σαν ποτάμι. Τα φτερά; Ποτέ χαμένα! Τα παιδιά τα μάζευαν, τα έδεναν στα κεφάλια και γίνονταν Ινδιάνοι. Και ξεκινούσε ο πόλεμος της Άγριας Δύσης στις γειτονιές της Μπρίνιας – καουμπόηδες εναντίον Ινδιάνων, βέλη από καλάμια και φωνές μέχρι να πέσει η νύχτα.

Οι μεγάλοι; Μασκαρεύονταν με ό,τι έβρισκαν. Παπάδες με ράσα από παλιές κουρτίνες, γυναίκες ντυμένες άντρες με ψεύτικα μουστάκια από βαμβάκι, άντρες γριές με μαντήλια και γυφτοπούλες με φουστάνια της μάνας. Πειρατές, καλόγριες, ό,τι περνούσε από το κεφάλι. Δεν υπήρχε «θέμα χρονιάς» – υπήρχε μόνο η όρεξη να βγουν έξω και να τρελάνουν τον κόσμο.

Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Στις ταβέρνες το κρασί κυλούσε, τα τραπέζια γέμιζαν και ο χαβαλές δεν σταματούσε ποτέ. Το μασκάρεμα δεν ήταν προαιρετικό – ήταν νόμος. Και το πείραγμα; Απαραίτητο σαν το αλάτι στο φαΐ. Αν σου κάτσει η «στραβή», το παρατσούκλι που θα σου κοτσάρουν θα το κληρονομήσουν και τα εγγόνια σου.

Δεν υπήρχε «καρναβάλι» με παρέλαση και ηχεία. Δεν το χρειάζονταν. Οι Ποριώτες δεν περίμεναν άδεια για να ξεσπάσουν. Το κλειδί ήταν ο αιφνιδιασμός και η έκπληξη.
Παροιμιώδης έμεινε η… κηδεία στα τέλη της δεκαετίας του ’80: μια παρέα έστησε ολόκληρη κηδεία. Στο φέρετρο ο αείμνηστος Ανδρέας Μποζαρέλος (που ήπιε μερικά ούζα για να μπει στην κάσα παριστάνοντας τον νεκρό). Δίπλα η «χήρα» και η «ερωμένη» να χτυπιούνται και να οδύρονται: «Μη μου τον βάλετε βαθιά!». Η πομπή πέρασε από όλα τα μαγαζιά – και προκάλεσε λιποθυμίες από τα γέλια.


Άλλη θρυλική στιγμή: ο βλάχικος γάμος. Η νύφη ένα εύσωμο παλικάρι, ο γαμπρός μια μικροκαμωμένη Ποριώτισσα. Γαϊδούρια και μουλάρια στην πομπή, το γλέντι στο «Καρνάγιο». Και κάποιος πέταξε δυναμιτάκι μέσα! Τα ζώα αφήνιασαν, το μαγαζί διαλύθηκε – σαν σκηνή από ταινία του Κουστουρίτσα. Χωρίς τραυματίες, μόνο γέλια.


Εκείνες οι Απόκριες δεν είχαν σκηνικό. Το σκηνικό ήταν ο δρόμος, τα σοκάκια, η παρέα, το απρόοπτο. Ήταν η τρέλα που έβγαινε από την ψυχή, χωρίς φακό, χωρίς χορηγίες, χωρίς Instagram. Μόνο κέφι, αυθορμητισμός και εκείνο το πηγαίο, ακαταμάχητο ποριώτικο χιούμορ.
Σήμερα οι Απόκριες είναι πιο οργανωμένες, πιο τυποποιημένες, πιο «προσεγμένες». Τότε; Ήταν απλώς… Πόρος. Και αυτό αρκούσε.











