Σχετικά με τη σημασία της μελέτης του Κολούμπους για την Ελλάδα, από τις ομάδες επιστημόνων του ΕΚΠΑ και του ΕΜΠ μιλά στο protothema.gr ο Ποριώτης επιτήμονας Μάκης Ντούσκος, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εργαστήριο Τηλεπισκόπησης του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, υπό την ευθύνη του Καθηγητή Κωνσταντίνου Καράτζαλου. «Το πρόγραμμα αφορά στην εγκατάσταση οργάνων παρακολούθησης, τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου για τη δραστηριότητα του υδροθερμικού πεδίου στον κρατήρα του ηφαίστειου, δηλαδή.
Πρόκειται για όργανα, που μετρούν διάφορες παραμέτρους, όπως το οξυγόνο, το διοξείδιο του άνθρακα, τη θερμοκρασία στις «καμινάδες», τα ρεύματα του νερού ή τη θολότητά του.
Από την πλευρά μας, έχουμε την ευθύνη των αισθητήρων και των ρομπότ. Συνεργαστήκαμε κυρίως με μία ισπανική εταιρεία, η οποία ειδικεύεται σε υποθαλάσσιους αισθητήρες και κάμερες. Τα όργανα, που τοποθετήθηκαν, ανασύρθηκαν μετά από κάποιους μήνες, έχοντας στο μεταξύ καταγράψει δεδομένα σε βίντεο – σαν να μπήκε ένα holter σε ηφαίστειο», εξηγεί ο ίδιος.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από το Εργαστήριο Τηλεπισκόπησης του Πολυτεχνείου, τόσο ως προς την καταγραφή δεδομένων από τις κάμερες και τους αισθητήρες, όσο και ως προς την ανάλυση αυτών, αποτελεί πολύτιμο «εργαλείο» στην έρευνα. Όπως για παράδειγμα, στην περίπτωση του αυτόνομου ρομπότ.
Σύμφωνα με τον κ.Ντούσκο, «υπάρχουν ορισμένα ρομπότ, που κατευθύνονται από την επιφάνεια με καλώδιο, όπως του ΕΛΚΕΘΕ. Εμείς, έχουμε αναπτύξει με τη βοήθεια της ΤΝ ρομπότ, που δεν είναι τηλεχειριζόμενα. Συγκεκριμένα, έχουμε ένα υποθαλάσσιο όχημα, ένα glider, που είναι αυτόνομο και μπορεί να κατέβει μόνο του να συλλέξει δεδομένα σε αυτό το βάθος. Έχει ένα ιδιαίτερο σύστημα κίνησης με βάση την άνωση, ώστε να αποφεύγει την άσκοπη κατανάλωση ενέργειας. Μπορεί να μένει πολλές ώρες μέσα στο νερό – εμείς, του δίνουμε εντολές σε σχέση με τα σημεία, που επιθυμούμε να επισκεφθεί και κινείται μόνο του».
Οι ειδικές συνθήκες και τα ρομπότ
«Το "ενδιαφέρον" κομμάτι που παρακολουθούμε κυρίως, είναι οι "καμινάδες" του ηφαιστείου, οι οποίες βρίσκονται σε βάθος περίπου 500 μέτρων. Επομένως, όλα τα όργανα – των ρομπότ, συμπεριλαμβανομένων – πρέπει να μπορούν να ανταπεξέλθουν στο συγκεκριμένο βάθος», θα πει ο δρ Ντούσκος.
«Επιπλέον, επειδή το περιβάλλον εκεί είναι ιδιαίτερα όξινο, πράγμα που σημαίνει ότι διαβρώνει τα όργανα, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στα υλικά, που θα χρησιμοποιηθούν, ώστε να ‘αντέξουν’ σε αυτές τις συνθήκες. Αυξημένη είναι η δυσκολία και εξαιτίας της θερμοκρασίας στο υποθαλάσσιο ηφαίστειο, καθώς μπορεί να υπάρχουν σημεία, όπως κοντά στο βυθό, που φτάνουν τους 200 βαθμούς Κελσίου. Το περιβάλλον σ’αυτά τα βάθη, είναι αφιλόξενο», προσθέτει.

Η σημασία των προγραμμάτων
Μέσα από τα προγράμματα προέκυψαν καινοτόμα αποτελέσματα αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα του υποθαλάσσιου ηφαιστείου Κολούμπος, μεταξύ των οποίων:
Η καταγραφή μεταβολών φυσικών και γεωχημικών παραμέτρων, επειδή συνδέονται με την ηφαιστειακή δραστηριότητα του ενεργού υδροθερμικού πεδίου του Κολούμπου και εκτιμήθηκε η ηφαιστειακή του επικινδυνότητα.
Η καταγραφή εξαιρετικά υψηλής φυσικής ακτινοβολίας, καθώς για πρώτη φορά καταγράφηκαν δεδομένα που δείχνουν πολύ υψηλά επίπεδα φυσικής ακτινοβολίας εντός του υδροθερμικού πεδίου του Κολούμπου.
Η απομόνωση μικροοργανισμών από το ακραίο περιβάλλον του Κολούμπου, οι οποίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αξιοποίησή τους σε τομείς της βιοτεχνολογίας καθώς διαθέτουν μοναδικούς μηχανισμούς προσαρμογής σε ακραίες συνθήκες.
Οι μεταγονιδιωματικές αναλύσεις αποκάλυψαν νέες πληροφορίες για τον κύκλο του άνθρακα και του μεθανίου, οι οποίοι επηρεάζουν άμεσα το κλίμα του πλανήτη μας.
Τα δεδομένα αυτά είναι πολύτιμα, επειδή εάν γνωρίζουμε την τυπική του δραστηριότητα, τυχόν αλλαγές στις φυσικό-χημικές και ακουστικές παραμέτρους θα δείξουν τυχόν αλλαγές στην ενεργή συμπεριφορά του.
Με την τρέχουσα σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή, τα ευρήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το γεγονός ότι υπάρχουν και δεδομένα από την προηγούμενη χρονική περίοδο, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τους επιστήμονες, αφού μπορεί να γίνει διασταύρωση των στοιχείων και να καταγραφούν οι μεταβολές από τους σεισμολόγους.
Η συνεχής παρακολούθηση του Κολούμπου είναι απαραίτητη για την εκτίμηση της ηφαιστειακής επικινδυνότητας, όπως εφαρμόζεται διεθνώς στην επιτήρηση των υποθαλάσσιων ηφαιστείων.
Πηγή: protothema.gr