Από τις γεωτρήσεις και τις αφαλατώσεις μέχρι τη συλλογή των ομβρίων, η περιοχή χρειάζεται επιτέλους μια ολιστική στρατηγική διαχείρισης του νερού.
 
Επιμέλεια Μπάμπης Κανατσίδης 
 
Το νερό επιστρέφει στο επίκεντρο της επικαιρότητας στον Αργοσαρωνικό, με τον Πόρο να αντιμετωπίζει συνεχείς διακοπές υδροδότησης και την Τροιζηνία να αναζητά λύσεις για το νερό που χάνεται. Την ίδια στιγμή, οι αριθμοί των βροχοπτώσεων δημιουργούν ερωτήματα για την πραγματική εικόνα της ανομβρίας, ενώ νέα έργα και ο σχεδιασμός της ΕΥΔΑΠ ανοίγουν μια ευρύτερη συζήτηση για το μέλλον της υδροδότησης στην περιοχή.
 
 

Το καλοκαίρι που ο Πόρος ξανασυζήτησε για το νερό
Το νερό βρέθηκε στο επίκεντρο της φετινής θερινής περιόδου στον Πόρο, με τις διακοπές υδροδότησης να είναι ιδιαίτερα συχνές και το πρόβλημα να γίνεται εντονότερο στις περιόδους μεγάλης ζήτησης. Παρότι από το 2023 στο νησί λειτουργεί μονάδα αφαλάτωσης και δεν υπάρχει πλέον πρόβλημα επάρκειας νερού, οι συνεχείς διακοπές ύδρευσης λόγω βλαβών –οι οποίες από την αρχή του καλοκαιριού έχουν ξεπεράσει τις 40– δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα και προκάλεσαν έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Παράλληλα, στις 14 Ιουλίου 2026, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου κήρυξε εκ νέου τον Δήμο Πόρου σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας. Έτσι, ο Δήμος Πόρου, όπως και εννέα ακόμη νησιωτικοί δήμοι της χώρας, οι οποίοι βρίσκονται σήμερα στο ίδιο καθεστώς, μπορούν να τεκμηριώσουν αιτήματα για νέες χρηματοδοτήσεις για υποδομές αφαλάτωσης και να διενεργήσουν επείγουσες διαδικασίες ανάθεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, για τον Δήμο Πόρου έχει εγκριθεί ήδη από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας χρηματοδότηση ύψους 1,5 εκατ. ευρώ για την προμήθεια δύο ακόμη μονάδων αφαλάτωσης, συνολικής ημερήσιας δυναμικότητας 1.200 κυβικών μέτρων.
Η συζήτηση στο νησί, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στις υποδομές. Στο Δημοτικό Συμβούλιο της 22ας Ιουλίου προέκυψε μια έντονη αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το πρόβλημα. Ο δήμαρχος Γιώργος Κουτουζής υποστήριξε ότι οι μονάδες αφαλάτωσης και οι γεωτρήσεις λειτουργούν στο μέγιστο και ότι υπάρχει επάρκεια. Σε σχετική συζήτηση δήλωσε χαρακτηριστικά: «Μας συμφέρει να έχουμε λειψυδρία», εξηγώντας ότι η κατάσταση επιτρέπει να επιταχυνθούν διαδικασίες για προμήθειες και να αναζητηθεί πρόσθετη χρηματοδότηση.
Λίγο αργότερα ήταν ακόμη πιο σαφής: «Λειψυδρία στην πράξη δεν έχουμε». Οι δηλώσεις αυτές, σε ένα ζήτημα που αφορά άμεσα κατοίκους, επαγγελματίες και επισκέπτες, είναι δύσκολο να θεωρηθούν σοβαρή δημόσια ενημέρωση, όταν την ίδια στιγμή υπάρχει επίσημη κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.
Η αντίφαση έγινε ακόμη πιο εμφανής στις αρχές Αυγούστου, όταν ο ίδιος ο Δήμος κάλεσε, με επίσημη ανακοίνωση, τους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση νερού, επικαλούμενος την παρατεταμένη ξηρασία, τον καύσωνα και την αυξημένη τουριστική κίνηση. Απαντώντας, η αντιπολίτευση έθεσε ερωτήματα για τη λειτουργία των αφαλατώσεων και τη συνολική διαχείριση του νερού, για την οποία αποκάλυψε ότι ο Δήμος δεν έχει ούτε δικούς του υδραυλικούς ούτε εξωτερικό εργολάβο, με συνέπεια η φετινή κατάρρευση, με τις συνεχείς βλάβες, να είναι νομοτελειακή.
 
 
 
Η «ανομβρία» στα χαρτιά και η αλήθεια των αριθμών σε Πόρο και Τροιζηνία
 
Το καλοκαίρι του 2026, ο Δήμος Πόρου κηρύχθηκε σε καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης, με τη λέξη «ανομβρία» να αποτυπώνεται επίσημα στις ανακοινώσεις της δημοτικής αρχής για να δικαιολογήσει την οξεία λειψυδρία. Ωστόσο, τα μετεωρολογικά δεδομένα αποκαλύπτουν μια τελείως διαφορετική εικόνα: στην πραγματικότητα, η περιοχή δεν αντιμετωπίζει συνθήκες παρατεταμένης ξηρασίας τους τελευταίους 20 μήνες.
Στη μετεωρολογία, για παράκτιες περιοχές όπως η Τροιζηνία και ο Πόρος, ετήσιες βροχοπτώσεις κάτω από τα 350 έως 400 mm σηματοδοτούν σοβαρή ανομβρία, ενώ τιμές μεταξύ 500 και 650 mm υποδηλώνουν μια απολύτως φυσιολογική και ικανοποιητική χρονιά.
 
 
 
 
Σύμφωνα με τις καταγραφές του μετεωρολογικού σταθμού «Τακτικούπολη» του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, τον οποίο λειτουργεί η εταιρεία Geodiagnosis του γεωπόνου Γιάννη Δ. Δρούγκα, το 2025 υπήρξε έτος-ρεκόρ με το ύψος βροχής να εκτινάσσεται στα 856,2 mm. Η θετική αυτή τάση συνεχίζεται αδιάλειπτα και το 2026, καθώς μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου ο σταθμός έχει ήδη καταγράψει 510,0 mm βροχόπτωσης. Το νούμερο αυτό τοποθετεί ήδη τη φετινή χρονιά στα όρια της πλήρους επάρκειας, ξεπερνώντας αισθητά τα πραγματικά έτη ξηρασίας, όπως το 2021 (417,4 mm), το 2022 (426,4 mm) και το 2024 (453,0 mm).
Το πλέον αξιοσημείωτο είναι ότι το 2026 δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, καθώς εκκρεμεί η παραδοσιακά πιο βροχερή περίοδος του φθινοπώρου και του χειμώνα. Παρά τα ενθαρρυντικά ατμοσφαιρικά δεδομένα, αποδεικνύεται ότι η ευρύτερη περιοχή παραμένει ανίκανη να αξιοποιήσει τον όγκο νερού που δέχεται. Η απουσία υποδομών συλλογής, ταμίευσης και ορθολογικής διαχείρισης των ομβρίων υδάτων μετατρέπει μια περίοδο επάρκειας βροχών σε τεχνητή διαχειριστική κρίση.
 
 
Τροιζηνία: Η μάχη για το νερό και ο σχεδιασμός της Περιφέρειας
Με τον υδροφόρο ορίζοντα να δέχεται πιέσεις και σημαντικές ποσότητες βρόχινου νερού να καταλήγουν στη θάλασσα, το ζήτημα της υδροδότησης βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της Τροιζηνίας και των Μεθάνων.
Σύμφωνα με τη μελέτη του γεωλόγου Δρ. Καρόλου Μπεζέ του 1999, ο υδροφόρος ορίζοντας παρουσιάζει ετήσιο έλλειμμα περίπου 2 εκατ. κυβικών μέτρων, καθώς οι εκροές υπερβαίνουν τις εισροές. Παράλληλα, αγρότες της περιοχής επισημαίνουν φαινόμενα υφαλμύρυνσης και ερημοποίησης, ενώ η υπεράντληση επιβαρύνει την κατάσταση.
Στην εξίσωση μπαίνει όμως και ένας ακόμη παράγοντας: ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται το νερό που ήδη υπάρχει. Ο γεωπόνος Γιάννης Δρούγκας επισημαίνει ότι η σημερινή πίεση στον υδροφόρο ορίζοντα συνδέεται και με δεκαετίες εμπειρικών πρακτικών στην άρδευση, χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό και προσαρμογή στις ανάγκες κάθε καλλιέργειας. Στην Καλλονή, η ανεξέλεγκτη άντληση και η απουσία συλλογικής διαχείρισης οδήγησαν σε υπεράντληση, ενώ σήμερα απαιτείται οικονομία νερού, τεχνογνωσία και ορθολογικότερη χρήση.
 
 
 
 
Το πρόβλημα συνδέεται και με τον τρόπο διαχείρισης των βροχοπτώσεων. Όπως αναφέρεται στα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, οι έντονες βροχές σε μικρό χρονικό διάστημα οδηγούν μεγάλες ποσότητες νερού μέσω των χειμάρρων στη θάλασσα, χωρίς να αξιοποιούνται για τον εμπλουτισμό του υδροφόρου.
Παράλληλα, η Περιφέρεια Αττικής έχει εντάξει στον σχεδιασμό της δύο σημαντικές παρεμβάσεις για την περιοχή: την κατασκευή του αγωγού ύδρευσης Μεθάνων, προϋπολογισμού 2,125 εκατ. ευρώ, και τη διάνοιξη δέκα νέων γεωτρήσεων σε όλες τις Δημοτικές Κοινότητες, ύψους 750.000 ευρώ. Και στα δύο έργα φορέας υλοποίησης είναι η Περιφέρεια Αττικής.
Την ίδια στιγμή, επανέρχεται η ανάγκη για έργα συγκράτησης των ομβρίων και εμπλουτισμού του υδροφόρου. Ήδη από το 2000 είχαν προταθεί αντίστοιχες παρεμβάσεις, ενώ το θέμα τέθηκε εκ νέου σε συνελεύσεις αγροτών το 2016 και το 2024.
Στο τραπέζι βρίσκονται προτάσεις για μικροφράγματα, έργα εκτροπής και αποθήκευσης ομβρίων, λιμνοδεξαμενή στην περιοχή της Καλλονής, έλεγχο των αντλήσεων και επικαιροποίηση των υδρολογικών μελετών. Παράλληλα, έχει προταθεί η αξιοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για εμπλουτισμό του υδροφόρου και η χρήση μονάδων αφαλάτωσης σε Πόρο, Γαλατά και Μέθανα.
Το ζητούμενο είναι διπλό: να ενισχυθούν οι υποδομές υδροδότησης, αλλά και να παραμείνει στην περιοχή όσο το δυνατόν περισσότερο από το νερό που σήμερα χάνεται στη θάλασσα.
 
 
 
Το νερό του Αργοσαρωνικού και η ΕΥΔΑΠ: Τι προέβλεπε το σχέδιο και τι ισχύει σήμερα
Η ΕΥΔΑΠ βρέθηκε τα τελευταία δύο χρόνια στο επίκεντρο του σχεδιασμού για τη διαχείριση του νερού στον Αργοσαρωνικό. Στο νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση τον Φεβρουάριο του 2025 προβλεπόταν επέκταση της χωρικής αρμοδιότητας της ΕΥΔΑΠ στους ΟΤΑ της Αττικής, με ειδική δυνατότητα εξαίρεσης, μεταξύ άλλων, για τον Πόρο, την Ύδρα, τις Σπέτσες και την Τροιζηνία-Μέθανα, εφόσον λαμβανόταν σχετική απόφαση των Δημοτικών Συμβουλίων.
Η ρύθμιση δεν πέρασε στο τελικό νομοθετικό πλαίσιο. Ο Ν. 5325/2026 εξαιρεί ρητά τους τέσσερις Δήμους από τη νέα χωρική αρμοδιότητα της ΕΥΔΑΠ.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς κάθε περιοχή έχει διαμορφώσει διαφορετικές λύσεις υδροδότησης. Ο Πόρος, τα τελευταία χρόνια, ενισχύει την υδροδότηση με γεωτρήσεις και αφαλάτωση, ενώ Ύδρα και Σπέτσες διαθέτουν επίσης μονάδες αφαλάτωσης, έχοντας ιστορικά στηριχθεί και στη μεταφορά νερού.
 
 
 
Από την έντυπη έκδοση