Πολλές φορές αναρωτιέσαι γιατί η πλατεία του Αγίου Γεωργίου στον Πόρο δεν φιλοξενεί συχνότερα εκδηλώσεις. Η συναυλία της Παρασκευής 11 Σεπτεμβρίου ήταν μια ακόμη απόδειξη ότι ο μικρός αυτός χώρος μπορεί να υποδεχθεί εξαιρετικά μια μουσική βραδιά και να την κάνει μέρος της ίδιας της εικόνας του νησιού.
Από τις 8 το βράδυ, η πλατεία μπροστά από τη Μητρόπολη γέμισε ρεμπέτικες και λαϊκές μελωδίες. Η εκδήλωση, με ελεύθερη είσοδο, συνδιοργανώθηκε από τον Δήμο Πόρου και την Καθετή, στο πλαίσιο του Katheti Summer 2026, με αφορμή τον Δημήτρη Γκόγο «Μπαγιαντέρα».

Η μουσική διαδρομή ξεκίνησε από το ρεμπέτικο και έφτασε στο λαϊκό τραγούδι, περνώντας από τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μανώλη Χιώτη και τον Απόστολο Καλδάρα, αλλά και από πολλούς ακόμη δημιουργούς που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στο ελληνικό τραγούδι.
Ο Τάσος Γιαννούσης, στο μπουζούκι και τη φωνή, έδωσε στη βραδιά το αυθεντικό ρεμπέτικο χρώμα. Η φωνή του, με τον ιδιαίτερο χρωματισμό και την άρθρωση μιας άλλης εποχής, ταίριαξε ιδιαίτερα στα τραγούδια του Μπαγιαντέρα, του Βαμβακάρη, του Παπαϊωάννου και του Τσιτσάνη.

Ο Νίκος Πλιός, με κιθάρα και φωνή, έδωσε περισσότερο λαϊκό και μελωδικό χαρακτήρα στο πρόγραμμα, περνώντας από τον Καλδάρα και τον Ζαμπέτα μέχρι τον Καζαντζίδη, τον Λοΐζο, τον Μπιθικώτση και τον Θεοδωράκη.
Η Ντορίτα Χωραφά, στον μπαγλαμά και τη φωνή, πρόσθεσε μια ξεχωριστή γυναικεία παρουσία στο σχήμα. Η ερμηνεία της είχε διαφορετικές αποχρώσεις, καθώς σε ορισμένες στιγμές θύμισε Μαρίκα Νίνου, ενώ σε άλλες έφερε στο μυαλό τη Μαρινέλλα και τη Γκρέι. Ο μπαγλαμάς της έδεσε με τον ήχο του μπουζουκιού και της κιθάρας, ενώ η φωνή της πρόσθεσε μια διαφορετική χροιά στις ερμηνείες.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η παρουσία της Αγγέλικας Παπανικολάου στο ακορντεόν. Δεν περιορίστηκε σε έναν συνοδευτικό ρόλο, αλλά συμπλήρωσε ουσιαστικά την ενορχήστρωση, δίνοντας όγκο και χρώμα στο μουσικό σύνολο. Οι τέσσερις μουσικοί και οι τρεις φωνές κατάφεραν έτσι να γεμίσουν την πλατεία χωρίς να χρειάζεται μια μεγαλύτερη ορχήστρα.

Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν άμεση. Το κοινό τραγούδησε μαζί με τους μουσικούς, ενώ αρκετοί σηκώθηκαν και χόρεψαν. Ο ήχος ήταν καλός και η μουσική δεν έμεινε περιορισμένη στα όρια της πλατείας. Απλώθηκε στα γύρω στενά της Σφαιρίας, δημιουργώντας μια από εκείνες τις καλοκαιρινές βραδιές που ταιριάζουν στον Πόρο. Ο φωτισμός θα μπορούσε να ήταν καλύτερος.
Με αφετηρία τον Μπαγιαντέρα, η βραδιά ταξίδεψε από τον Πειραιά της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις μουσικές σκηνές της Αθήνας των επόμενων δεκαετιών. Και το έκανε χωρίς υπερβολές, με τέσσερα όργανα και τρεις φωνές, αφήνοντας το ίδιο το τραγούδι να πρωταγωνιστήσει.
Η πλατεία του Αγίου Γεωργίου έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι μπορεί να υποστηρίξει τέτοιες εκδηλώσεις. Από την πρώτη συναυλία στον χώρο που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2014, με τον Βαγγέλη Τζιτζή. Η μορφή της πλατείας, σαν μικρό αμφιθέατρο, τα σκαλοπάτια από ποριώτική πέτρα και τα παλιά νεοκλασικά σπίτια του εσωτερικού οικισμού δημιουργούν ένα φυσικό σκηνικό, ενώ η ακουστική της είναι ιδιαίτερα καλή.
Ίσως, λοιπόν, αυτός ο χώρος αξίζει να αξιοποιηθεί περισσότερο. Όχι με μεγάλες και βαριές παραγωγές, αλλά με μικρές συναυλίες, θεατρικά μονόπρακτα, παρουσιάσεις βιβλίων και ομιλίες που ταιριάζουν στο μέγεθος και στον χαρακτήρα του.
Και μια συμβουλή στους διοργανωτές: Δεν χρειάζεται υπερβολικός φωτισμός στο κοινό. Η σκοτεινή πλατεία έχει τη δική της ατμόσφαιρα. Αρκεί να φωτίζονται σωστά οι μουσικοί και τα κτίρια πίσω τους.
Η βραδιά της 11ης Σεπτεμβρίου έδειξε τελικά κάτι περισσότερο από μια καλή συναυλία. Έδειξε ότι όταν ο πολιτισμός συναντά τον σωστό χώρο, ο Πόρος κερδίζει κάτι περισσότερο: μια εικόνα που μένει στον επισκέπτη και ταξιδεύει μαζί του.