Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης
Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης
«Στ' αλώνια καλοσάρωτα / και ξεχορταριασμένα / θα ξαπλωθούν οι θημωνιές / ξανθόμαλλες πλεξίδες». (Γεώργιος Δροσίνης)
Είχε μπιτίσει ο Θεριστής και είχε μπει ο Αλωνάρης με τα ντουζένια του — το πιο δυνατό σημείο του. Ήταν ο μήνας των αλωνιών. Το αλώνισμα τότε ήταν χαρά Θεού. Σωστό πανηγύρι. Όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τους μικρούς μπόμπιρες, που 'βρισκαν την ευκαιρία να ξεσπαθώνουν τέτοια μέρα.
Το μεγαλύτερο και καλύτερο αλώνι στο νησί το είχε ο μπάρμπα-Βαγγέλης ο Καρυστινός, πάνω στο ύψωμα, αναμεσίς στη Φούσα και στην Κάνταλη. Ολοστρόγγυλο σαν ταψί, μεγάλο, στρωμένο με πλάκες ντόπιες, που δεν γλιστρούσαν τα πέταλα των αλόγων και μαζευόταν εύκολα το στάρι χωρίς χώματα. Στο κέντρο υπήρχε ένας σιδερένιος στύλος, όπου έδεναν το σχοινί για να έρχονται γύρω του τα άλογα μέσα στο αλώνι σαν γαϊτανάκι.
Ο μπάρμπα-Νίκος ο Πουλάκης, την ημέρα του αλωνίσματος, τα είχε όλα έτοιμα. Τα στάρια απλωμένα με τάξη στ' αλώνι, στο μαυροτσούκαλο ο κόκορας έβραζε με μπόλικη φωτιά σε πρόχειρη πυροστιά, το πεντογάλονο με το περίφημο φουσαΐτικο κρασί μέσα στην πυκνή σκιά του διπλανού σκίνου και η χωμάτινη στάμνα με δροσερό νερό κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης χαρουπιάς που ήταν κοντά στ' αλώνι. Από νωρίς το πρωί έφταναν οι αλωνάρηδες, ο καθένας με τ' άλογό του· εκ περιτροπής ο ένας πήγαινε με το ζωντανό του στ' αλώνι του γείτονα. Πρώτος έφτασε ο μπάρμπα-Βαγγέλης Ζεντέλης (Μπόμπας) με το μουλάρι του, ακολούθησε ο Τάσος Τζάνος (Ρώσας) με τον Ψαρή, το δικό του άλογο, μετά ο μπάρμπα-Γιάννης Στάικος (Σγατζόγιαννης) και ο Νίκος Καρυστινός, που είχε δέσει το μουλάρι του από βραδύς δίπλα στο αλώνι να βοσκάει στις καλαμιές. Τα δύο άλογα του μπάρμπα-Νίκου, ο Κοκκίνης και η φοράδα Κούλα, ήταν από ώρα έτοιμα για το αλώνι. Ο αλωνιστής έφτιαχνε με σχοινί τόσες θηλιές όσα θα ήταν και τα άλογα που θα 'μπαιναν στο αλώνι — πέντε με έξι συνήθως, ανάλογα με τον αριθμό των δεματιών που είχε για αλώνισμα ο κάθε νοικοκύρης. Το σχοινί το στέριωνε από τη μια άκρη στον στύλο και στην άλλη συγκαίριαζε τ' άλογα με τις θηλιές στον σβέρκο τους. Στις άκρες έβαζε τα πιο νέα και γρήγορα άλογα· ποτέ όμως ακαπίστρωτο πουλάρι.

5/7/1958 Μεσημεριανή ξεκούραση στο αλώνι. Από αριστερά: Νίκος Πουλάκης, Βαγγέλης Ζεντέλης (Μπόμπας), Γιάννης Στάικος(Σγατζόγιαννης και Γεωργία Πουλάκη).
Μετά τον καφέ, που ήπιαν μπόλικο σε μεγάλες χωματένιες κούπες, κι όταν ο ήλιος έφτασε ένα καλάμι πάνω από τα βουνά της Σκάρπεζας, τ' άλογα μπήκαν στ' αλώνι, ζεμένα με τις λαιμαριές το ένα δίπλα στ' άλλο.
Με τις πρώτες βόλτες τα στάχια έγερναν, έπεφταν και θρυμματίζονταν κάτω από τις οπλές των αλόγων. Για να τελειώσει όμως τ' αλώνι και να γίνει το σπαρτό στάρι κι άχυρο, έπρεπε τ' άλογα να γυροφέρνουν στ' αλώνι πάνω από πέντε με έξι ώρες. Πίσω από τ' άλογα έτρεχε μαζί τους κι ο αλωνάρης, κρατώντας με το 'να χέρι τα γκέμια, ενώ με το άλλο ανέμιζε το καμουτσί στον αέρα και χάιδευε με αυτό ελαφρά τα καπούλια των ζώων. Άλλοι έσπρωχναν μέσα στο αλώνι με ξύλινα δικράνια και τρίκλωνες φούρκες τις μεσοκομμένες καλαμιές που 'χαν βγει έξω στο φρύδι τ' αλωνιού κάτω από τα δυνατά πατήματα των ζώων, κι άλλοι ξεκουράζονταν κάτω από τη σκιά της χαρουπιάς. Παιδιά που αψηφούσαν τις καυτερές ακτίνες του ήλιου έπαιρναν τα γκέμια των αλόγων, έπαιζαν, έτρεχαν, έφερναν τούμπες πάνω στο χοντροκομμένο άχυρο, σαλτάριζαν πάνω στ' άλογα που έτρεχαν, πηδούσαν πάλι κάτω κι έτρεχαν πίσω τους κρατώντας πολλές φορές τις ουρές των ζώων. Από τις φωνές των παιδιών και τα παινέματα του αλωνάρη στ' άλογα γινόταν μεγάλο νταβαντούρι και ξεφταλαγιαζόταν όλος ο τόπος.

Αλώνι Καριστινού
Οι αλωνάρηδες, ιδρωμένοι, άλλοι με τις τραγιάσκες κατεβασμένες χαμηλά μέχρι τα φρύδια για να γλιτώσουν τα μάτια τους από τον πολύ μπουχό που γέμιζε τον αέρα.
Οι φωνές του αλωνάρη — «ώπα-ώπα, άπλωσε-άπλωσε, πω-πω», «έλα Ψαρή, τρέξε Κοκκίνη, έμεινες πίσω ρε Ντορή», «ποπό, κάτι σαΐνια που 'χω εγώ» — ανακατεμένες με αλαλαγμούς και γιουχαΐσματα έφταναν χιλιόμετρα μακριά, μέχρι κάτω στη θάλασσα της Βαγιωνιάς. Τις ώρες εκείνες νόμιζες πως γινόταν πόλεμος.
Η κυρά Γιωργία με το τσεμπέρι στο κεφάλι, με μια σκούπα από ντροβάτες, σάρωνε τα στάχια όσα σκορπίζονταν έξω από τ' αλώνι και τα ξανάριχνε μέσα.

Άλογα εν δράσει στο αλώνι (1958)
Του μπάρμπα-Κώστα, ενός ελληνοαμερικάνου, παλιού Ποριώτη, άνοιξε η καρδιά. Άρπαξε τα γκέμια των αλόγων, πήρε το καμουτσί κι έκανε για κάμποση ώρα τον αλωνιστή. Δεν υπολόγισε ούτε τα καλά ρούχα, ούτε τα λουστρίνια παπούτσια που φορούσε, ούτε την ηλικία, ούτε τίποτα. Σε λίγη ώρα χοντρές σταγόνες ιδρώτα κατέβαιναν από το μέτωπό του και στο πουκάμισο άρχισαν να φαίνονται μεγάλες ιδρωμένες στάμπες. Δεν έβγαινε από τ' αλώνι αν δεν τέλειωνε ο γύρος και δεν τυλιγόταν όλο το σχοινί στον στύλο στο κέντρο του.
Το αλώνισμα μπορεί να φαινόταν εύκολη δουλειά, παιχνίδι για παιδιά· όμως όσο ανέβαινε ο ήλιος την ανηφόρα, βάραγε τ' αλώνι κατακούτελα, καίγοντας σαν καμίνι στο φόρτε του. Ο μπουχός — η ψιλή σκόνη από τ' άγανο που ψιχάλιαζε κάτω από τα πέταλα των αλόγων — σηκωνόταν και γύριζε στον αέρα μπαίνοντας στα μάτια, στ' αυτιά και στο δέρμα των αλωνάρηδων και των ζώων.

1954. Αλώνι στον Συνοικισμό. Αλωνάρης Γιάννης Πάνου του Παναγ. (Από το αρχείο Γιάννη Πάνου).
Το λίχνισμα είναι και αυτό, όπως και όλες οι άλλες γεωργικές δουλειές, τέχνη. Πρέπει να ξέρεις από πού να σταθείς και πώς να λιχνίζεις, ώστε ο καρπός να πέφτει καθαρός πάνω στο σωρό και ο μπουχός να μην πηγαίνει μακριά και χάνεται.
Ο ιδρώτας στάλιαζε στα μηλίγγια, κατέβαινε στα πηγούνια· το σώμα που ίδρωνε, νότιζε, νταντούλιαζε, κολλούσε στις κατάσαρκα μάλλινες φανέλες που τραβούσαν τον ιδρώτα, όπως το φυτίλι βυζαίνει το λάδι στο λυχνάρι. Τ' άλογα συνέχιζαν τον ξέφρενο καλπασμό τους, το λιώμα έπεφτε, τα στάχια τρίβονταν· όμως για να 'χουν και το καλό αποτέλεσμα, διέκοψαν για λίγο τον αλωνισμό, έβγαλαν τ' άλογα στην άκρη, τους έριξαν κριθάρι να φάνε και ν' ανασάνουν μια σταλιά. Την ίδια ώρα οι αλωνάρηδες πήραν τα δικράνια κι άρχισαν το γύρισμα. Ανασήκωναν το λιώμα και με φορά κυκλική, ο ένας πίσω από τον άλλο, ενώ οι γυναίκες με τις σκούπες από ντροβάτες στα χέρια συμμάζευαν τα σκορπισμένα στάχια.
Τραγούδια από τζιτζίκια, ζουζουνίσματα απ' όλα τα έντομα σ' όλες τις εντάσεις, γρήγορες ανάσες, ήλιος που ζεμάταγε, ζέστη που κόλλαγε στο δέρμα μαζί με τη μπουχόσκονη και τον ιδρώτα· αλλά και κρασί, τραγούδια και φαγοπότι κάτω από τον παχύ ίσκιο της χαρουπιάς, για αυτούς που ξαπόσταιναν ώσπου να 'ρθει η σειρά τους να μπουν πάλι στον τρελό γύρο των αλόγων, να γυροβολίσουν μαζί τους, να λιώσουν τα στάχια.

Το αλώνι οδεύει προς το τέλος. Με το δικράνι ο Βαγγέλης Ζεντέλης
Ο μεσημεριάτικος ήλιος έστελνε δέσμες από φλόγες σαν αναποδογυρισμένος κρατήρας ηφαιστείου. Μόλις έσφιξε πολύ η ζέστη, οι αλωνάρηδες ξέζεψαν πάλι τ' άλογα για μια ώρα ξεκούρασης ανθρώπων και ζώων. Τα παιδιά πήγαν τ' άλογα καβάλα στην Κάνταλη, χαλάρωσαν το καπίστρι τους κι άφησαν τα ζώα να ξεδιψάσουν με το δροσερό και άσωστο νερό που 'τρεχε στη γούρνα της πηγής.
Οι αλογαραίοι — άντρες ξωμάχοι, γεροί, λιοκαμένοι, με τις φλέβες μπερδεμένες σαν σπόγγους, κουρασμένοι, γιομάτοι ιδρώτα κι άχυρα — έπεσαν όλοι με τα μούτρα στον καλομαγερεμένο κόκορα κι άδειασαν με γρήγορες ρουφηξιές το γαλόνι με το φουσαΐτικο μέχρι τον μπάτο. Από κοντά τους κι ο μπάρμπα-Κώστας, που χαιρόταν αυτό το γιορτάσι της φύσης. Σε λίγο τα ζώα γύριζαν ένα-ένα από την Κάνταλη κι έπεσαν πεινασμένα στον ντορβά με το κριθάρι.

Ιούνιος 1961. Τ’ αλώνι του μπάρμπα-Βαγγέλη Καρυστινού στη Φούσα σε πλήρη δράση. Αλωνάρης ο Νίκος Καρυστινός. Στο δικράνι ο μπάρμπα-Νίκος ο Πουλάκης.
Το απόγευμα άλογα κι αλωνάρηδες μπήκαν για κανά-δυο ώρες ακόμη στ' αλώνι, χωρίς πολύ κέφι κι όρεξη αυτή τη φορά, και συνέχισαν το αλώνισμα.
Σαν τσάκισε η μέρα κι όλοι έκριναν ότι το λιώμα έγινε και τα σπαρτά είχαν γίνει άχυρα, μπουχός και στάρι, οι αλωνιστές ξέζεψαν τ' άλογα, έλυσαν την τριχιά από τον στύλο κι έβγαλαν τα ζώα από τ' αλώνι.
Κι ενώ ο ήλιος ψιχάλιζε γύρω του το τελευταίο χρυσάφι, όλοι μαζί συμμάζεψαν τον αχυροκαρπό με τα δικράνια γύρω στον σιδερένιο στύλο που ήταν στη μέση του αλωνιού κι έφτιαξαν ένα στενόμακρο σωρό, το λεγόμενο «λαμνί».
Στο τέλος ο καθένας αποχαιρέτησε τον μπάρμπα-Νίκο με πολλές ευχές για καλή σοδειά και για τον άλλο χρόνο κι έφευγε κουρασμένος για το κονάκι του.

Το αλώνι τελείωσε. Το αλωνισμένο στάρι μαζεύεται σε μια μεγάλη στήλη στο κέντρο του αλωνιού, γύρω από το στύλο για ν’ ακολουθήσει το λίχνισμα.
Τότε συνηθιζόταν το βράδυ να κοιμάται κάποιος στ' αλώνι με το στάρι, για τον φόβο των κλεφταράδων. Συνήθως έπαιρναν κι έναν ακόμα παρέα, γιατί, λέει, τότε υπήρχαν νεράιδες που πήγαιναν τις νύχτες στ' αλώνια και πιλάτευαν όποιον ήταν μόνος του.
Αυτό ήταν τ' αλώνι. Είναι κρίμα που τα σημερινά παιδιά δεν θα μάθουν ποτέ πώς έφτιαχναν παλιά οι άνθρωποι το ψωμί τους. Δεν θα μάθουν και δεν θα δουν τη σπορά με το αλέτρι, το θέρισμα και το αλώνι. Το ζύμωμα στη σκάφη και το κάψιμο του φούρνου. Τη μυρωδιά του νιοφουρνισμένου ψωμιού. Το άρμεγμα της κατσίκας και το ψάξιμο του αυγού στη φωλιά της κότας. Γιατί σήμερα ο άνθρωπος έχει πουλήσει την ψυχή του και το σώμα του· αυτοφυλακίστηκε σε γραφεία, διαμερίσματα, μαγαζιά και άχαρες πόλεις κι άφησε τα χωριά να μείνουν έρημα και μόνα χωρίς ζωή.
Αυτές τις μνήμες που βίωσαν οι παλιοί και υπάρχουν ακόμα σε εμάς δεν θα τις γνωρίσουν ποτέ τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα στις σκληρές πόλεις.
Οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές, αυτά τα σιδερένια τέρατα, έφαγαν το δρεπάνι, το χερόβολο και το δεμάτι, τη θημωνιά, το δογκάνι, το λίχνισμα και τα δικράνια. Μα πιο πολύ απ' όλα αφάνισαν τ' αλώνια — αυτά τα πέτρινα αλώνια που γυρίζουν δεκαετίες τον χρόνο πίσω, θυμίζοντας τις παραδοσιακές αγροτικές εργασίες, αυτό το καλοκαιριάτικο πανηγύρι που γινόταν τα χρόνια εκείνα στα χωράφια μας.
Αφού τέλειωνε το αλώνισμα και ο αχυροκαρπός είχε μαζευτεί σ' ένα μακρόστενο σωρό στο κέντρο του αλωνιού, κάποιος από τη φαμίλια του αφεντικού κοιμόταν το βράδυ στ' αλώνι για να προσέχει και να φυλάει το αλωνισμένο στάρι. Την άλλη μέρα άρχιζε το λίχνισμα. Αν φύσαγε ευνοϊκός αέρας, το λίχνισμα μπορούσε ν' αρχίσει και το ίδιο απόγευμα. Με τα δικράνια — συνήθως ξύλινα, γιατί βόλευαν καλύτερα τη «ριξιά» — σήκωναν ψηλά και πετούσαν κόντρα στον άνεμο τον αχυροκαρπό· ο αέρας έπαιρνε το άχυρο, που έπεφτε καμιά δεκαριά μέτρα μακρύτερα, και το στάρι, σαν πιο βαρύ, έπεφτε επί τόπου. Οι άλλοι με τις σκούπες από αφάνα έπαιρναν τα χοντράδια.

Το αλώνι τέλειωσε, άρχισε το λίχνισμα. Στη φωτογραφία ο μπάρμπα Νίκος Πουλάκης (1958).
Το στάρι, ωραίο, ξανθοκόκκινο, σωριαζόταν κοντά στα πόδια τους, ενώ το άχυρο το 'παιρνε ο αέρας και το σώριαζε λίγο παραπέρα. Ο μπουχός απλωνόταν ακόμα πιο μακριά. Δίπλα στ' αλώνι έπεφτε και το ψιλοκομμένο άχυρο. Το πιο πολύ απ' αυτό χανόταν γιατί το έπαιρνε ο αέρας, γι' αυτό είχε καθιερωθεί παλιά η φράση «μπουχός έγινε», που τη λέγανε για κάποιον που εξαφανίστηκε ξαφνικά και χάθηκε.
Όταν είχε πολύ αέρα σήκωναν το λίχνισμα με το φτυάρι, γιατί αυτό έπιανε μεγαλύτερη ποσότητα κι έτσι τελείωνε πιο γρήγορα.
Τέλος, με τα φτυάρια μάζευαν το στάρι φτιάχνοντας ένα μεγάλο σωρό γύρω από τον στύλο στο κέντρο του αλωνιού, κι έμπηγαν τα φτυάρια, τα δικράνια κι ένα μεγάλο κλωνάρι ελιάς στη μέση του σωρού. Μετά ο νοικοκύρης γύριζε κατά την ανατολή, έκανε τον σταυρό του, ευχαριστούσε τον Θεό κι έκανε την ευχή: «Καλοφάγωτο, να 'μαστε καλά και του χρόνου να 'χουμε περισσότερα μπερκέτια».
Όταν τέλειωνε το λίχνισμα εκείνα τα χρόνια και φτιαχνόταν ο χρυσαφένιος σωρός γύρω από τον στύλο του αλωνιού, έκανε τα μάτια να γυαλίζουν και τα στομάχια να ελπίζουν. Μετά με τα φτυάρια σακιάζανε το στάρι, που ήταν ο κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς. Στο κάτω μέρος του σωρού έμεναν τα σκύβαλα — τα μισολιωμένα από τα πέταλα των αλόγων σπυριά σταριού, τα κοτσανάκια και τ' άγρια που είχαν ανακατευτεί με το στάρι. Τα συμμάζευαν κι αυτά με τις σκούπες οι νοικοκυράδες και τα είχαν για να ταΐζουν τις κότες και τα γαλιά. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.
Αυτό ήταν το λίχνισμα· με τη διαδικασία αυτή ξεχώριζε το στάρι από τ' άχυρα, ώστε το στάρι να πάει στον μύλο να γίνει αλεύρι για ψωμί και τ' άχυρα στην αποθήκη για τροφή των ζώων τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Ένα τέτοιο αλώνι έβγαζε περίπου δυο με τρεις χιλιάδες οκάδες στάρι.
ΠΟΡΟΣΜια σπουδαία διεθνή διάκριση απονέμεται στην Ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγο και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν, Κατερίνα Χαρβάτη, η οποία θα τιμηθεί με το Παγκόσμιο Βραβείο...
ΠΟΡΟΣΜε αφορμή τις δηλώσεις του Δημάρχου Πόρου, κ. Κουτουζή, στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 22.7.2026 —όπου ανέφερε ότι «στην πραγματικότητα δεν έχουμε λειψυδρία» και ότ...
ΠΟΡΟΣΣτην έκδοση ανακοίνωσης προχώρησε η Δημοτική Αρχή Πόρου, απαντώντας σε αιτιάσεις και κατηγορίες που διατυπώθηκαν από την παράταξη της αντιπολίτευσης. Στο κείμενό της, η δημοτική ...
ΠΟΡΟΣΣε μια σοβαρή καταγγελία και αίτημα για διευκρινίσεις προχώρησε την Κυριακή 26 Ιουλίου η παράταξη της μειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου Πόρου «Καθαρή Πορεία» , αναφορικά με τη ...
ΠΟΡΟΣΈνα ξεχωριστό μουσικό ραντεβού δίπλα στην πισίνα περιμένει κατοίκους και επισκέπτες του Πόρου σήμερα, Κυριακή 26 Ιουλίου . Το Litus Poolside Island , που βρίσκεται στην ειδυλλιακ...
ΠΟΡΟΣΓράφει ο Γιάννης Πουλάκης Ένα από τα καλύτερα περιβόλια του νησιού, ήτανε παλιά κι αυτό της Αγ. Παρασκευής. Το νερό δροσερό και μπόλικο ανάβλυζε μπούζι μέσα από τα σπλάχνα της ...
ΠΟΡΟΣΈντονα καιρικά φαινόμενα σημειώθηκαν αργά το απόγευμα της Παρασκευής 24 Ιουλίου στα νησιά του Αργοσαρωνικού, επιβεβαιώνοντας τις προγνώσεις των Αρχών για πρόσκαιρη επιδείνωση του κ...
ΠΟΡΟΣΣοβαρά ερωτήματα για τους χειρισμούς της Δημοτικής Αρχής στο ζήτημα της λειψυδρίας εγείρει η δημοτική παράταξη της μειοψηφίας «Καθαρή Πορεία» , μέσα από μια αποκαλυπτική ανάρτηση...
ΠΟΡΟΣMια βραδιά αφιερωμένη στην παράδοση και τη διασκέδαση είχαν την ευκαιρία να ζήσουν όσοι παρευρέθηκαν χθες στην περιοχή της Πούντας στον Πόρο. Η παραδοσιακή γειτονιά των ψαράδων σ...
ΠΟΡΟΣΈντονες αντιδράσεις και κλίμα αβεβαιότητας επικρατεί στην επιχειρηματική κοινότητα και τους κατοίκους του Πόρου, καθώς οι εργασίες στο κεντρικό λιμάνι του νησιού παραμένουν σε εξ...
ΑίγιναΜια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, με ισχυρό συμβολισμό τόσο για την Αίγινα όσο και για τον Πόρο, σφραγίστηκε με απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητικού, Σοφίας Ζαχ...