Το έργο ξετυλίγεται μέσα σε μια λαϊκή αυλή στο Βύρωνα, όπου μοιράζονται τη ζωή τους άνθρωποι διαφορετικοί, αλλά ενωμένοι κάτω από την ίδια μοίρα. Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, εσωτερικοί μετανάστες, ονειροπόλοι και βιοπαλαιστές γίνονται ένας ζωντανός μικρόκοσμος. Η αυλή γι' αυτούς είναι το καταφύγιο, το εξομολογητήριο και το στήριγμά τους, μέχρι που η απειλή της «αντιπαροχής» και της ανοικοδόμησης έρχεται να γκρεμίσει τον κόσμο τους. Πρόκειται για ένα έργο βαθιά διαχρονικό, που μιλά για τη σταθερή ανάγκη του ανθρώπου για ρίζες, συντροφικότητα και ελπίδα απέναντι στην ισοπεδωτική εξέλιξη.
Ακολουθεί η αναλυτική αποτίμηση των ερμηνειών και των συντελεστών που έστησαν αυτή τη μαγική «Αυλή» στον Πόρο.
Οι άνθρωποι της «Αυλής» επί σκηνής
Καθηλωτικός ως Ιορδάνης ο Παναγιώτης Τσιακούλιας, χάρισε στο κοινό μια βαθιά δωρική ερμηνεία. Η παρουσία του δεν αποτέλεσε έκπληξη, καθώς το ταλέντο του είναι γνωστό, ενώ η εμπειρία του από υψηλού επιπέδου παραστάσεις με τη Θεατρική Σκηνή Τροιζηνίας (ΘΣΤ) εγγυάται πάντα ένα άρτιο αποτέλεσμα. Με σκόπιμα αργή κίνηση, εξαιρετική φωνή και πλούσια εκφραστικότητα, απέδωσε άψογα το εσωτερικό βάρος και τη νοσταλγία του Μικρασιάτη ήρωα, προσφέροντας μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της παράστασης.

Η μεγάλη έκπληξη της παράστασης ήταν αναμφίβολα η Χριστίνα Ορφανίδου στον ρόλο της Άστας. Με μια ερμηνεία γεμάτη καθηλωτικό πόνο και αυθεντική τραγικότητα, αποτυπωμένη έντονα στις εκφράσεις του προσώπου της, κατάφερε να συγκινήσει βαθιά το κοινό και να κλέψει τις εντυπώσεις, αποδίδοντας υποδειγματικά τον δραματικό πυρήνα της ηρωίδας της. Η Χριστίνα Ορφανίδου ισορρόπησε με απόλυτη ωριμότητα ανάμεσα στη σιωπηλή απόγνωση και τα ψυχολογικά ξεσπάσματα, αφήνοντας μια σπουδαία υπόσχεση για το μέλλον.

Μια εξαιρετικά ευαίσθητη και ισορροπημένη ερμηνεία προσέφερε η Φαίη Ορφανίδου, ενσαρκώνοντας τον Γιάννη, τον γιο του Ιορδάνη και της Ασπάς. Η ηθοποιός αποτύπωσε με απόλυτη πειστικότητα τον χαρακτήρα που λειτουργεί ως η φωνή της λογικής και της ενσυναίσθησης μέσα στην αυλή. Με ήρεμη δύναμη, καθαρότητα και μια πρόωρη ωριμότητα που συγκίνησε το κοινό, η Ορφανίδου έγινε το ιδανικό στήριγμα για τους γύρω της πάνω στη σκηνή, αναδεικνύοντας τις πιο ανθρώπινες και συναισθηματικές πτυχές του έργου.

Η εμπειρία του Άκη Κανελλόπουλου από τις παραστάσεις της ΘΣΤ ήταν εμφανής σε κάθε του λεπτό πάνω στη σκηνή. Γεμάτος ενέργεια, ενσάρκωσε τον τέλειο μικροαστό της εποχής, αποδίδοντας με ακρίβεια την «ξερολίαση» και την ενοχλητική, επίμονη χροιά του Μπάμπη, που θέλει να έχει λόγο για όλα. Παράλληλα όμως, κατάφερε να φωτίσει και τον αυθεντικό, ντόμπρο χαρακτήρα του ήρωα που, πίσω από τις φωνές, αποδεικνύεται τελικά βαθιά φιλότιμος, κερδίζοντας δίκαια το χειροκρότημα για τη λαϊκή αμεσότητα της ερμηνείας του.

Ο Μελέτης Κώτσαινας, ως Στέλιος, απέδειξε για ακόμα μια φορά τη μεγάλη του εμπειρία από τις παραστάσεις της ΘΣΤ, αναλαμβάνοντας με απόλυτη επιτυχία το βάρος του πρωταγωνιστικού ρόλου. Αν και είναι ίσως η πρώτη φορά που αναμετράται με έναν ήρωα που κουβαλά τόσο έντονο τραγικό υπόβαθρο και κατάληξη, ο ηθοποιός ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Γεμάτος ενέργεια, απέδωσε τέλεια την κωμικοτραγική φιγούρα του Στέλιου – ενός ανθρώπου ευαίσθητου και ονειροπόλου, που ζει μέσα στις αυταπάτες του για να ξεφύγει από τη μιζέρια, μέχρι την τελική του κατάρρευση. Μια ερμηνεία με εξαιρετικές μεταπτώσεις, που ισορρόπησε ιδανικά ανάμεσα στο χιούμορ και την απόγνωση.

Μια απολαυστική Αννετώ χάρισε στο κοινό η Χριστίνα Ροή, πλημμυρίζοντας τη σκηνή με εκφραστικότητα, μπρίο και την απαραίτητη δόση ξιπασιάς που απαιτεί ο ρόλος. Ενσάρκωσε με απόλυτη επιτυχία την κλασική φιγούρα της αυλής που χώνει τη μύτη της παντού, ενώ απέδωσε εξαιρετικά την αφέλεια του θύματος που γοητεύεται από τους "λόρδους" της Αγγλίας. Η ηθοποιός ξεχώρισε καθώς κατάφερε να δείξει την εξέλιξη της ηρωίδας, η οποία τελικά συνειδητοποιεί ότι η ξένη βιτρίνα ήταν μια φούσκα δίχως φιλότιμο, επιστρέφοντας στην αυθεντική, λαϊκή της βάση.

Άλλη μια πρωτοεμφανιζόμενη στο κοινό του Πόρου ηθοποιός, η οποία άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις. Η Χρύσα Ψαλλίδα έφερε στη σκηνή το απαραίτητο μπρίο, ισορροπώντας υποδειγματικά ανάμεσα στην ένταση της θυελλώδους σχέσης της με τον Μπάμπη (Άκη Κανελλόπουλο) και την ανεμελιά μιας τυπικής μικροαστής. Η Ψαλλίδα, με δυνατή ερμηνεία, στιβαρή σκηνική παρουσία και ακρίβεια στην κίνηση και τη φωνή, απέδωσε τέλεια τόσο τα ξεσπάσματα όσο και τη βαθύτερη δίψα του ρόλου για σταθερότητα και αγάπη.

Μια ακόμη μεγάλη έκπληξη της παράστασης η Κατερίνα Καραγιάννη στο ρόλο της Μαρίας, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον Πόρο, επιδεικνύοντας σπάνιο επαγγελματισμό. Ζούσε τον ρόλο κάθε δευτερόλεπτο, αντιδρώντας με απόλυτη φυσικότητα στη διαδραστικότητα της σκηνής. Η Μαρία είναι ένας βαθιά μοναχικός χαρακτήρας, εγκλωβισμένος σε έναν γάμο-φυλακή. Η Καραγιάννη εξωτερίκευσε ιδανικά αυτό το αδιέξοδο: άλλοτε με τη μικροπρέπεια και τη γκρίνια που γεννά η απόγνωση της αυλής, και άλλοτε με μια καθηλωτική ενσυναίσθηση και ευαισθησία. Μια ερμηνεία γεμάτη σπουδαίες ψυχολογικές μεταπτώσεις.

Αν και πρωτάρης στο σανίδι, ο Κώστας Παπαγιάννης εντυπωσίασε με την αυτοπεποίθησή του στον ρόλο του Στράτου. Κατάφερε να αποδώσει με ακρίβεια τον κυνικά ορθολογικό, αρρενωπό και χειριστικό χαρακτήρα του ήρωα, εκπέμποντας την απαραίτητη σκληρότητα και μαγνητισμό. Το γεγονός ότι ένας πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός στάθηκε με τέτοια στιβαρότητα στη σκηνή, αφήνει εξαιρετικές υποσχέσεις για το μέλλον.

Η εμπειρία της Εύης Παπαχρήστου από τις παραστάσεις της ΘΣΤ ήταν το κλειδί για την εξαιρετική απόδοση της Όλιας. Με μια ερμηνεία σπάνιας εσωτερικότητας, ενσάρκωσε υποδειγματικά τη γυναίκα-στήριγμα του Στέλιου, αλλά και την ερωμένη του Στράτου, ισορροπώντας ανάμεσα στην υπομονή και το πάθος. Χωρίς υπερβολές, μετέδωσε στο κοινό όλο το συναισθηματικό βάρος, την πολυπλοκότητα και την τραγικότητα της ηρωίδας της, συγκινώντας βαθιά.

Η Γεωργία Μπίμπα ως Ντόρα, πρωτάρα στο θέατρο, έφερε στη σκηνή τον απαραίτητο αέρα χειραφέτησης, τη γοητεία και τον δυναμισμό μιας γυναίκας που αρνείται να υποταχθεί στη μοίρα της αυλής. Με εξαιρετική σκηνική παρουσία και σωστά ζυγισμένη θηλυκότητα, κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στην πρόκληση και την εσωτερική μοναξιά του ρόλου. Παρά το νεαρό της θεατρικής της εμπειρίας, απέδωσε με αξιοσημείωτη ωριμότητα τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας, αποδεικνύοντας ότι διαθέτει ένστικτο και καθαρό υποκριτικό μέλλον, κερδίζοντας δίκαια τις εντυπώσεις.

Ο Παντελής Κουνέλης, αναλαμβάνοντας δύο μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, έφερε την πολύτιμη εμπειρία του επί σκηνής και ξεχώρισε για την προσαρμοστικότητά του. Ήταν απόλυτα ψαρωτικός και επιβλητικός ως χαρτοπαίχτης, ενώ μεταμορφώθηκε υποδειγματικά σε έναν τυπικό και ακριβή επαγγελματία ως ταχυδρόμος, δίνοντας το δικό του στίγμα στην παράσταση.

Μια εξαιρετικά ώριμη σκηνική παρουσία από τη Μαρία Παπαϊωάννου, η οποία απέδωσε με απόλυτη ακρίβεια τον κυνισμό του Μηχανικού που έρχεται να καταγράψει την αυλή προς κατεδάφιση και αντιπαροχή. Η ερμηνεία της, ψυχρή και ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστική, αποτύπωσε την αδιαφορία της γραφειοκρατίας απέναντι στο δράμα των ανθρώπων της αυλής. Με το συγκροτημένο παίξιμό της, θύμισε έντονα τον εμβληματικό οικοδόμο στο φινάλε της ταινίας «Η γυνή να φοβείται τον άνδρα», σφραγίζοντας με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το αναπόφευκτο τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Δωρικός και απόλυτα «ψαρωτικός», ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος πραγματοποίησε ένα πολύ καλό θεατρικό ντεμπούτο στον ρόλο του χωροφύλακα. Κατάφερε να ισορροπήσει με εξαιρετική ακρίβεια ανάμεσα στη μέθη και την αλαζονεία της εξουσίας που επέβαλλε η στολή του, και στη βαθύτερη δύναμη του αυθεντικού ελληνικού φιλότιμου που έκρυβε ο χαρακτήρας του. Μια στιβαρή και πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση του Άλεξ στη σκηνή.

Τέλος, η μικρή Ευαγγελία Παναγοπούλου ήταν εκείνη που άνοιξε την αυλαία, προλογίζοντας την παράσταση με αφοπλιστική αθωότητα και βαθιά ευαισθησία. Με τη συγκινητική της παρουσία έδωσε αμέσως το ακριβές στίγμα του έργου, εισάγοντας με τον πιο γλυκό και καθηλωτικό τρόπο το κοινό στον μικρόκοσμο της Αυλής των Θαυμάτων.
Η ατμόσφαιρα της νοσταλγίας
Η μουσική της παράστασης ήταν απλώς εξαιρετική, αποτελώντας έναν από τους βασικότερους πυλώνες της επιτυχίας της. Η υποδειγματική μουσική επιμέλεια της Βανέσσας Πάνου και του Κώστα Παπαγιάννη χάρισε στο έργο την απαραίτητη νοσταλγία και την αυθεντική ατμόσφαιρα της εποχής, μέσα από μια εξαιρετικά προσεγμένη επιλογή κομματιών. Στη σκηνή, οι ταλαντούχοι μουσικοί Άννα Παπαζαφειροπούλου, Γιώργος Τσίκης και Μάνος Μέλλος μάγεψαν το κοινό με τις ζωντανές εκτελέσεις και τις ατμοσφαιρικές ενορχηστρώσεις τους. Την ίδια στιγμή, η καθηλωτική φωνή της Μαρίας Μαρουλάκη στο τραγούδι έντυσε ιδανικά τις συναισθηματικές κορυφώσεις του έργου, αγγίζοντας τις ψυχές των θεατών και απογειώνοντας το τελικό αποτέλεσμα της Αυλής των Θαυμάτων.

Οι αφανείς ήρωες της παράστασης
Μια παράσταση όπως η Αυλή των Θαυμάτων δεν κρίνεται μόνο από όσα συμβαίνουν πάνω στο σανίδι, αλλά και από το αόρατο, πλην καθοριστικό, έργο των συντελεστών πίσω από αυτό.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα σκηνικά της παράστασης, τα οποία μας μετέφεραν αυθεντικά στην ιστορική γειτονιά του Καμπανέλλη. Σύμφωνα με πληροφορίες μας, πίσω από το εξαιρετικό αυτό αποτέλεσμα κρύβεται ένας άνθρωπος που επέλεξε να κρατήσει την ανωνυμία του, μια επιθυμία που σεβόμαστε απόλυτα. Αυτός ο ανώνυμος δημιουργός ήταν ουσιαστικά ο σκηνογράφος της παράστασης, οραματιζόμενος και σχεδιάζοντας την αυλή, ενώ ο Κώστας Πάνου και ο Αλέξανδρος Ντάπι εργάστηκαν υποδειγματικά πάνω στην κατασκευή των σκηνικών, κάνοντας το όραμα πραγματικότητα.
Καταλυτική για την ατμόσφαιρα του έργου ήταν η δουλειά στον Ήχο και το Φως από την Antoniou Audioworks (Σάκης Αντωνίου). Οι σωστά ζυγισμένοι φωτισμοί και η άρτια ηχητική κάλυψη ανέδειξαν τις δραματικές εντάσεις και τις σιωπές των πρωταγωνιστών, κρατώντας το κοινό καθηλωμένο.
Θερμά συγχαρητήρια ανήκουν επίσης στη Μαρία Ζεντέλη για τα γραφιστικά, καθώς επιμελήθηκε το εξαιρετικό πρόγραμμα της παράστασης – ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, καλαίσθητο και πλήρες, που προδιαέθετε θετικά τον θεατή πριν καν σβήσουν τα φώτα.
Το παζλ της επιτυχίας συμπλήρωσαν ιδανικά με το μεράκι και τη δουλειά τους τα μέλη της θεατρικής ομάδας «Κίχλη», τα οποία φρόντισαν σχολαστικά τα κουστούμια και τα σκηνικά αντικείμενα. Παράλληλα, η Βιολέτα Ρήγου ανέλαβε τη φωτογράφηση και το βίντεο, ο Τάσος Ρόδης συνέβαλε καθοριστικά με τη δική του φωτογράφηση και η Ελένη Μωραΐτη ολοκλήρωσε την καταγραφή με τη βιντεοσκόπηση της παράστασης, αποτυπώνοντας με τον καλύτερο τρόπο αυτές τις σπουδαίες θεατρικές στιγμές στον χρόνο.
Το όραμα της Βανέσσας Πάνου
Για το τέλος, κρατήσαμε τη γυναίκα που κράτησε το τιμόνι αυτού του σπουδαίου εγχειρήματος, τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Βανέσσα Πάνου. Η επιτυχία της σκηνοθεσίας της στην Αυλή των Θαυμάτων έγκειται στο γεγονός ότι δεν προσπάθησε απλά να αναπαραστήσει το κείμενο του Καμπανέλλη, αλλά να το ζωντανέψει οργανικά, καθοδηγώντας με απόλυτη επιτυχία τους ηθοποιούς στην εις βάθος κατανόηση και προσέγγιση των απαιτητικών ρόλων τους. Έχοντας στο πλευρό της τον Παντελή Κουνέλλη, ο οποίος ως βοηθός σκηνοθέτη συνέβαλε καθοριστικά στην αρτιότητα του αποτελέσματος, η Πάνου λειτούργησε ως ο απόλυτος καταλύτης για τη χημεία της ομάδας, ενώνοντας τους πάντες σε ένα κοινό όραμα που ξεχειλούσε από σκηνική αλήθεια.

Με έξυπνες, διακριτικές αλλά καίριες παρεμβάσεις, κατάφερε να καθοδηγήσει το συναίσθημα του κοινού δίχως να το κουράσει ούτε λεπτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μαεστρίας ήταν η συγκλονιστική σκηνή του αμανέ του πρόσφυγα Ιορδάνη. Ο Παναγιώτης Τσιακούλιας, επιστρατεύοντας την υπέροχη φωνή και τις ψαλτικές του ικανότητες, καθήλωσε την αίθουσα, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή η Χριστίνα Ορφανίδου ως Άστα, με μια σπαρακτική κραυγή απόγνωσης, έκοψε την ανάσα των θεατών. Αυτό ακριβώς το σημείο-κλειδί ήταν η στιγμή που τα όρια σκηνής και πλατείας καταργήθηκαν: οι θεατές έγιναν ένα με τους ηθοποιούς και μπήκαν πια στην Αυλή των Θαυμάτων όχι ως απλοί παρατηρητές, αλλά ως πραγματικοί γείτονες.
Αντίστοιχα, στη γεμάτη ένταση σκηνή του ξεφτιλισμού του Στέλιου, το «πάγωμα» των ηθοποιών που ακολούθησε τον χαμό και τη φασαρία, σε οποιαδήποτε άλλη παράσταση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σκηνοθετικό κλισέ. Εδώ, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση, το «πάγωμα» λειτούργησε ως απόλυτη ταύτιση, μεταφέροντας το σοκ και την παγωμάρα των ηθοποιών απευθείας στις κερκίδες.
Η κορυφαία, ίσως, στιγμή της σκηνοθετικής της δεινότητας αποτυπώθηκε στον συγκλονιστικό μονόλογο της Αννετούς. Ένας λόγος βαθιά καθαρτικός, που συνόψισε αριστουργηματικά όλο το νόημα, την ουσία και το συναίσθημα της παράστασης, αποδεικνύοντας ότι η Βανέσσα Πάνου παρέδωσε μια δουλειά υψηλών προδιαγραφών που θα μνημονεύεται για καιρό.