Η ομιλία του έγινε στο πλαίσιο της εκδήλωσης Τιμής και Μνήμης που διοργάνωσε ο Δήμος Αίγινας για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας.
Ο κ. Παυλόπουλος ξεκίνησε υπογραμμίζοντας τη συμβολική βαρύτητα της Αίγινας ως πρώτης πρωτεύουσας του νεότερου ελληνικού κράτους και σημείωσε ότι η σημερινή εκδήλωση συμπίπτει με την 198η επέτειο από την ορκωμοσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Αίγινα, στις 26 Ιανουαρίου 1828. Παραπέμποντας μάλιστα σε περιγραφή της «Γενικής Εφημερίδας» της εποχής, ανακάλεσε το κλίμα της τελετής, με την πομπή προς τη Μητρόπολη, τους κλάδους ελαίας, τις κανονιοβολίες και την πάνδημη συμμετοχή.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε και στη δική του επίσκεψη στην Αίγινα στις 26 Ιανουαρίου 2016, σε ανάλογη εκδήλωση μνήμης, σημειώνοντας ότι επανέρχεται στα συμπεράσματα που είχε τότε καταθέσει.
Η «αρχική πολιτική πορεία» και η Ιόνιος Πολιτεία
Ο Προκόπιος Παυλόπουλος περιέγραψε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως μία από τις κορυφαίες πολιτικές και διπλωματικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας, με διεθνές αποτύπωμα ήδη πριν από την έλευσή του στην επαναστατημένη χώρα.
Υπενθύμισε σταθμούς της πρώιμη πορείας του στην Ιόνιο Πολιτεία: από την αποστολή στην Κεφαλονιά το 1801, έως την ανάληψη καθήκοντος Γραμματέως του Κράτους το 1803 στο Τμήμα Εξωτερικών Υποθέσεων και τη συμμετοχή του σε επιτροπές που εισηγήθηκαν μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα. Ειδική μνεία έγινε στη δράση του στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς –όπως σημείωσε– ανέλαβε και τη διεύθυνση Δημόσιας Σχολής που ιδρύθηκε με δική του πρωτοβουλία.
Η Λευκάδα και η «υποβαθμισμένη» ιστορική σύναξη των οπλαρχηγών
Κομβικό σημείο της ομιλίας αποτέλεσαν τα γεγονότα της Λευκάδας (Αγίας Μαύρας), την περίοδο 1806-1807. Ο κ. Παυλόπουλος ανέδειξε ότι, ως Έκτακτος Στρατιωτικός Διοικητής της Λευκάδας (από 2 Ιουνίου 1807), ο Καποδίστριας επέδειξε ικανότητες όχι μόνο διπλωμάτη αλλά και οργανωτή άμυνας, κινητοποιώντας τον πληθυσμό, ενισχύοντας την οχύρωση και προετοιμάζοντας τη νησιωτική άμυνα έναντι απειλής εισβολής.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στη σύναξη των οπλαρχηγών στην παραλία του «Μαγεμένου» στη Νικιάνα (Ιούλιος 1807), με πρωτοβουλία του Καποδίστρια και του Μητροπολίτη Άρτης Ιγνατίου. Τη χαρακτήρισε «αδικαιολογήτως υποβαθμισμένη» ιστορική στιγμή, καθώς εκεί συγκεντρώθηκαν σημαντικές μορφές της κλεφτουριάς και των μελλοντικών πρωταγωνιστών του Αγώνα, ενώ –κατά την επικρατούσα άποψη– διατυπώθηκαν λόγια που προανήγγειλαν έναν «σκοπό πολύ υψηλότερο»: την επερχόμενη εθνική εξέγερση.
Η ρωσική αυλή, η Ελβετία και η ευρωπαϊκή διπλωματία
Ο κ. Παυλόπουλος στάθηκε εκτενώς στη διπλωματική διαδρομή του Καποδίστρια στη Ρωσία, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία του επηρέασε κρίσιμες ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Αναφέρθηκε στην αποστολή του στην Ελβετία ως απεσταλμένου του Τσάρου Αλέξανδρου, όπου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ελβετικού πολιτειακού συστήματος και στη συμμετοχή της Γενεύης στη νέα συνομοσπονδία, καθώς και στη διεθνή αναγνώριση που έλαβε (ανακήρυξη ως επίτιμου πολίτη της Γενεύης). Παράλληλα, θύμισε την –κατά τον ίδιο– έμπρακτη σχέση του με την ελληνική υπόθεση μέσω οικονομικής στήριξης της εκπαίδευσης εκατοντάδων ελληνόπουλων στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815), στη συμμετοχή του στη ρωσική αντιπροσωπεία και στη συνολική εκτίμηση ότι η συμβολή του υπήρξε «καταλυτική». Στο ίδιο πλαίσιο, στάθηκε στη Συνθήκη των Παρισίων (5 Νοεμβρίου 1815), επισημαίνοντας ότι με δικές του παρεμβάσεις εξασφαλίστηκαν κρίσιμες ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων και για τα Επτάνησα, τα οποία απέκτησαν βασικά χαρακτηριστικά κρατικής οργάνωσης.
Η ρήξη με τον Τσάρο και η παραίτησή του το 1822 αποτέλεσαν, κατά τον κ. Παυλόπουλο, σημείο καμπής: εγκαταστάθηκε στη Γενεύη και δραστηριοποιήθηκε για την ενίσχυση της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1827, η Γ’ Εθνική Συνέλευση τον εξέλεξε πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας.
Η έλευση στην Ελλάδα και οι «έκτακτες εξουσίες»
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιέγραψε τη δραματική κατάσταση που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής του: άτακτα σώματα, φτώχεια, κοινωνική διάλυση, ανάγκη ανακούφισης πληθυσμών και ταυτόχρονα ανάγκη συνέχισης του Αγώνα.
Παραπέμποντας σε απόσπασμα από τα «Απόλογα του Καποδίστρια» του Γ. Τερτσέτη, με συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, ανέδειξε το βάθος της ανθρωπιστικής και πολιτικής κρίσης που «παρέλαβε» ο Καποδίστριας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Παυλόπουλος εστίασε στην επιλογή της συγκέντρωσης εξουσιών ως «αναγκαιότητας» λόγω της έκτακτης ανάγκης. Εξήγησε ότι, παρότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) ήταν «θεσμικώς άψογος καταστατικός χάρτης», η πλήρης εφαρμογή του θεωρήθηκε ουσιαστικά αδύνατη υπό τις συνθήκες της εποχής.
Αναφέρθηκε στο Ψήφισμα ΝΗ’ της 18ης Ιανουαρίου 1828, με το οποίο η Βουλή ενέκρινε ομοφώνως το σχέδιο «μεταβολής διοικήσεως προσωρινής», αναστέλλοντας ουσιαστικά την εφαρμογή του Συντάγματος και συγκροτώντας νέα διοικητική δομή. Με βάση τα όσα ανέφερε, ιδρύθηκε το «Πανελλήνιον» ως συμβουλευτικό σώμα, ενώ ο Κυβερνήτης λειτούργησε ως μονοπρόσωπο κυβερνητικό όργανο με τη συνδρομή του «Γραμματέα της Επικρατείας» και ενός στοιχειώδους υπουργικού σχήματος.
Το «ζήτημα των ορίων» και η στρατηγική για το κράτος του 1830
Κατά τον κ. Παυλόπουλο, κομβική διάσταση της ιδρυτικής συμβολής του Καποδίστρια αφορά και τη διπλωματική μάχη για τα όρια του υπό σύσταση κράτους.
Αναφέρθηκε στη Συνδιάσκεψη των Πληρεξουσίων των Τριών Δυνάμεων στο Λονδίνο (20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1828) και στο εμπιστευτικό υπόμνημα που κατέθεσε ο Καποδίστριας στη Συνδιάσκεψη του Πόρου (12 Δεκεμβρίου 1828), με προτάσεις οριοθέτησης στη βάση της «αρχής της αυτοδιάθεσης» αλλά και της ανάγκης βιωσιμότητας και ασφάλειας της νέας επικράτειας. Ο ίδιος υπογράμμισε πως, στο τελικό αποτέλεσμα, η εθνική προσφορά του Καποδίστρια συνδέεται με την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους, όπως αυτή επισφραγίστηκε διεθνώς με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830.
Το έργο στο εσωτερικό: θεσμοί, νόμισμα, σχολεία, στρατός
Σε απολογιστική ενότητα, ο κ. Παυλόπουλος παρουσίασε τον πυρήνα του κυβερνητικού έργου του Καποδίστρια στο εσωτερικό: αντιμετώπιση της πειρατείας, προσπάθεια ανασυγκρότησης του στρατού και οργάνωση της διοίκησης σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας.
Μεταξύ άλλων, μνημόνευσε:
- την οργάνωση δικαστηρίων και θέσπιση Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
- την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων,
- τη δημιουργία Εθνικού Νομισματοκοπείου και την καθιέρωση του Φοίνικα ως εθνικού νομίσματος,
- την ανέγερση σχολείων και την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου,
- την ίδρυση Εκκλησιαστικής Σχολής στον Πόρο και του Ορφανοτροφείου Αίγινας,
- την πολεοδομική ανασυγκρότηση πόλεων (όπως Ναύπλιο, Άργος, Μεσολόγγι, Πάτρα) με ανάθεση έργου στον Σταμάτιο Βούλγαρη,
- την τόνωση εμπορίου και ναυτιλίας με δάνεια για πλοία και ναυπηγεία σε Πόρο και Ναύπλιο,
- την ίδρυση –τον Οκτώβριο του 1829– του πρώτου Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα.
Στην οικονομία, τόνισε την έμφαση του Καποδίστρια στη γεωργία (Γεωργική Σχολή Τίρυνθας, ενθάρρυνση καλλιέργειας πατάτας), ενώ αναφέρθηκε και στην ίδρυση της «Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας», που –όπως σημείωσε– δεν ευδοκίμησε. Σημαντική κρίθηκε επίσης η συμβολή του Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, φίλου του Καποδίστρια, στην προσπάθεια στήριξης της ελληνικής υπόθεσης.
«Δείκτης πορείας» στη σημερινή συγκυρία
Κλείνοντας, ο κ. Παυλόπουλος χαρακτήρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως άνθρωπο που αφιέρωσε «κυριολεκτικώς» τον εαυτό του στο εγχείρημα δημιουργίας κράτους «εκ του μηδενός», βάζοντας τις βάσεις για μια Ελλάδα αντάξια του παρελθόντος της και της προοπτικής της.
Αναφέρθηκε στη δολοφονία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, την οποία χαρακτήρισε «καθαρώς πολιτική», υποστηρίζοντας πως έκοψε βίαια τη συνέχεια ενός έργου που, εάν ολοκληρωνόταν, θα μπορούσε –κατά την εκτίμησή του– να είχε οδηγήσει σε διαφορετική πολιτειακή τροχιά, αποτρέποντας την εγκαθίδρυση της «ελέω θεού» μοναρχίας με την έλευση του Όθωνα.
Κατά τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια «δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία», αλλά λειτουργεί ως «δείκτης πορείας», ιδίως σε κρίσιμες περιόδους, για το τι σημαίνει προσήλωση στο εθνικό χρέος και έμπρακτη υπεράσπιση του μέλλοντος της χώρας.
naftemporiki.gr












