Έφυγε σήμερα από τη ζωή, σε ηλικία 74 ετών, ο Νίκος Καλογερόπουλος, ένας από τους πλέον ιδιαίτερους και πολυτάλαντους δημιουργούς της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός, ο Καλογερόπουλος υπήρξε ένας καλλιτέχνης που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να είναι αποκομμένη από την κοινωνία και την εποχή της. Δεν υπήρξε απλώς ένας δημοφιλής ηθοποιός. Υπήρξε μια ξεχωριστή, αντισυμβατική παρουσία, με έντονη προσωπικότητα και μια ματιά που συνδύαζε το χιούμορ, τον σαρκασμό, την ευαισθησία και την πολιτική κριτική.
Γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1952 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας και μεγάλωσε στην επαρχία. Σπούδασε στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών και από νωρίς φάνηκε πως δεν θα περιοριζόταν σε έναν μόνο καλλιτεχνικό δρόμο.
Το 1976 παρουσιάστηκε στο θέατρο Κάβα το πρώτο του θεατρικό έργο, «Ο Μπαμπούλας». Είχε προηγηθεί, έναν χρόνο νωρίτερα, η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση στη μεταφορά του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται».
Ακολούθησαν συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές που έμειναν στη μνήμη του κοινού, όπως ο «Φωτογράφος του χωριού», η «Μεθυσμένη πολιτεία», το «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», το «Όλη η δόξα, όλη η χάρη» και, φυσικά, το αξέχαστο «Στο κάμπινγκ».
Από το «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» στη «Λούφα και παραλλαγή»
Στον κινηματογράφο ο Νίκος Καλογερόπουλος άφησε ένα αποτύπωμα που δύσκολα σβήνει.
Το «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, το 1981, τον καθιέρωσε και του χάρισε το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη και, το 1984, η ταινία που θα τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα: η «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη.
Ο φαντάρος Γιάννης Παπαδόπουλος έγινε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας του και του χάρισε το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η ερμηνεία του ταίριαξε απόλυτα με το πνεύμα της ταινίας: το χιούμορ, τον παραλογισμό, την ειρωνεία απέναντι στην εξουσία και τη σάτιρα μιας ολόκληρης εποχής. Η «Λούφα και παραλλαγή» έμελλε να γίνει κλασική, καθώς κατάφερε να μιλήσει για τη νεότερη ελληνική πραγματικότητα μέσα από το γέλιο, χωρίς να χάσει ποτέ την πολιτική της αιχμή.
Μετά από μια περίοδο απομάκρυνσης από τη μεγάλη οθόνη, επέστρεψε το 2000 με την ταινία «Ένας κι ένας», για την οποία κέρδισε ξανά το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου.
Δεν ήταν μόνο ηθοποιός
Ο Καλογερόπουλος δεν αρκέστηκε ποτέ στο να ερμηνεύει τις ιστορίες άλλων. Ήθελε να δημιουργεί τις δικές του.
Σκηνοθέτησε, έγραψε σενάρια και θεατρικά έργα, έγραψε ποιήματα και τραγούδια. Ανάμεσα στις σκηνοθετικές του δουλειές ξεχωρίζουν οι «Ιππείς της Πύλου» του 2011, για τους οποίους έγραψε επίσης το σενάριο και τη μουσική.
Παράλληλα εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Θετή Ταυτότης» και «Επιστρόφια», ενώ το 1994 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Τα δέοντα», με δική του μουσική και στίχους.
Ήταν ένας καλλιτέχνης που είχε ανάγκη να εκφράζεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του: δεν χωρούσε εύκολα σε καλούπια.
«Η τέχνη χωρίς πολιτική δεν έχει νόημα»
Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ την άποψή του για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία και την πολιτική.
Σε συνεντεύξεις του είχε υποστηρίξει χαρακτηριστικά ότι «η τέχνη χωρίς πολιτική δεν έχει νόημα», υπογραμμίζοντας πως τα έργα του είχαν βαθιά πολιτική διάσταση.
Και πράγματι, αυτή η ματιά διαπερνά μεγάλο μέρος της δουλειάς του.
Ο Καλογερόπουλος κοιτούσε την ελληνική κοινωνία χωρίς διάθεση εξωραϊσμού. Έβλεπε τον παραλογισμό, την υποκρισία και τις αντιφάσεις της και τα μετέφερε στη δουλειά του άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με σαρκασμό. Η σάτιρα για εκείνον δεν ήταν απλώς ένας τρόπος διασκέδασης. Ήταν ένας τρόπος κριτικής.
Δεν προσπάθησε να γίνει «εύπεπτος» ούτε να προσαρμοστεί στα καλούπια μιας βιομηχανίας θεάματος. Ήθελε να μιλάει. Και κυρίως, ήθελε να λέει αυτά που πίστευε.
Τα τελευταία χρόνια δημιούργησε στην Τριφυλία, κοντά στον τόπο καταγωγής του, το «Τρενοτεχνείο», έναν χώρο πολιτισμού που αποτέλεσε έκφραση της ανάγκης του να παραμένει δημιουργός και να βρίσκεται κοντά στον κόσμο και στον τόπο του.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, μετά από προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια.
Έφυγε ένας άνθρωπος που πέρασε από το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, την ποίηση και το τραγούδι, αφήνοντας πίσω του κάτι πολύ περισσότερο από μια σειρά ρόλων.
Άφησε μια στάση ζωής.
Ανήκει σε εκείνη τη γενιά καλλιτεχνών που αντιμετώπισαν την τέχνη όχι ως διακοσμητικό στοιχείο της κοινωνίας, αλλά ως έναν τρόπο να την κοιτάξεις κατάματα. Να γελάσεις με τις αντιφάσεις της, να σατιρίσεις την εξουσία, να μιλήσεις για τους ανθρώπους της και, κυρίως, να αρνηθείς να συμβιβαστείς με όσα παρουσιάζονται ως «κανονικά».
Και αυτό είναι ίσως το πιο ζωντανό κομμάτι της παρακαταθήκης του.
Οι ταινίες του θα συνεχίσουν να παίζονται.
Οι στίχοι και τα ποιήματά του θα συνεχίσουν να διαβάζονται.
Οι ρόλοι του θα συνεχίσουν να μας κάνουν να γελάμε, να σκεφτόμαστε και να θυμόμαστε.
Και ο Γιάννης Παπαδόπουλος της «Λούφας και παραλλαγής», ο άνθρωπος που σατίρισε με μοναδικό τρόπο έναν ολόκληρο κόσμο εξουσίας και παραλογισμού, θα συνεχίσει να υπάρχει στην οθόνη.
Γιατί κάποιοι καλλιτέχνες, όταν φεύγουν, δεν φεύγουν πραγματικά.
Μένουν πίσω τους τα έργα τους. Και όσο αυτά εξακολουθούν να μιλούν στους ανθρώπους, εκείνοι παραμένουν ζωντανοί.
Καλό ταξίδι, Νίκο Καλογερόπουλε.