Αν ζούσε σήμερα, ο Μάνος Χατζιδάκις πιθανότατα θα τρολάριζε τα social media, θα αποδομούσε τους influencers της κουλτούρας και θα έκλεινε το μάτι σε όσους αρνούνται να μπουν σε καλούπια. Σαν σήμερα, στις 15 Ιουνίου του 1994, η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας πέρασε στην αθανασία. Άφησε πίσω του ένα έργο-σταθμό και μια στάση ζωής που αποτελεί το απόλυτο manual πνευματικής ανεξαρτησίας.
Από την «πρέπουσα» Ξάνθη στα λιμάνια του Πειραιά
Όλα ξεκίνησαν στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη —αλλά προσοχή, στη «διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή», όπως ο ίδιος ξεκαθάριζε με τη χαρακτηριστική του ειρωνεία. Γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου, ξεκινά πιάνο στα τέσσερα με τη γνωστή Αρμένισσα δασκάλα Αλτουνιάν, ενώ πειραματίζεται με βιολί και ακορντεόν. Το 1932, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μετακομίζει στην Αθήνα.
Όταν έρχεται η Κατοχή, ο νεαρός Μάνος δεν κλείνεται σε γυάλα. Λερώνει τα χέρια του με το μεροκάματο:
- Γίνεται φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά.
- Δουλεύει ως παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ.
- Δίνει βοήθειες ως φωτογραφικό «μάτι» στο ατελιέ του Μεγαλοοικονόμου.
- Φοράει τη στολή του βοηθού νοσοκόμου στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, σπουδάζει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο δεν πήρε ποτέ, ευτυχώς για τη μουσική) και κάνει ανώτερα θεωρητικά με τον Μενέλαο Παλλάντιο. Η πραγματική του όμως πανεπιστημιακή μόρφωση είναι οι παρέες του: Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός. Ο Νίκος Γκάτσος, τον οποίο γνωρίζει το 1943, γίνεται ο ορισμός του «ακριβού φίλου» και του ισόβιου δασκάλου.
Ο αναρχικός των αστικών σαλονιών
Το 1944, το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν του δίνει το βάπτισμα του πυρός με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα». Για τα επόμενα 15 χρόνια, ο Χατζιδάκις ντύνει με νότες τα ιερά τέρατα της παγκόσμιας δραματουργίας («Γυάλινος Κόσμος», «Ματωμένος Γάμος», «Λεωφορείον ο Πόθος»).
Το 1949, αποφασίζει να σοκάρει την πουριτανική Αθήνα. Με μια ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο, βγάζει τα τραγούδια του περιθωρίου από τον τεκέ και τα μπάζει στα σαλόνια, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Λίγο μετά, στρέφεται στο Αρχαίο Δράμα, χαρίζοντας εμβληματικές μουσικές για τις Όρνιθες, τη Λυσιστράτη, την Ορέστεια και τους Βατράχους.
Το μεγαλείο του, όμως, δεν είχε ίχνος εγωισμού. Το 1959, είναι αυτός που συστήνει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος τον «Επιτάφιο» με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη.
Το Όσκαρ της... οργής και το αμερικανικό «φιλτράρισμα»
Το 1960 έρχεται το Όσκαρ για «Τα παιδιά του Πειραιά» από το Ποτέ την Κυριακή του Ζιλ Ντασέν. Το κομμάτι μπαίνει στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Αντί, όμως, να εξαργυρώσει την επιτυχία στο Χόλιγουντ, ο Χατζιδάκις παθαίνει αλλεργία. Η τεράστια εμπορική επιτυχία των κινηματογραφικών του τραγουδιών τού χαρίζει μια, όπως την αποκαλούσε, «λαϊκότητα ανεπιθύμητη». Δεν ήθελε να γίνει ο συνθέτης της διασκέδασης· ήθελε να είναι ο συνθέτης της εσωτερικής αναζήτησης.
Το ήξερες; Το ανήσυχο πνεύμα του τον οδηγούσε στο να χρηματοδοτεί από την τσέπη του τον Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης στο Ινστιτούτο Δοξιάδη. Εκεί, βράβευσε τον εντελώς άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό, Ιάννη Ξενάκη.
Το 1966 φεύγει για τις ΗΠΑ. Ανεβάζει το «Illya Darling» στο Μπρόντγουεϊ με τη Μελίνα Μερκούρη και μένει εκεί μέχρι το 1972. Εκεί, γοητεύεται από την ποπ κουλτούρα και κυκλοφορεί το αριστουργηματικό «Reflections» με τους New York Rock and Roll Ensemble.
Η επιστροφή στο σκοτάδι και η γέννηση του «Τρίτου»
Επιστρέφει στην Αθήνα το 1972, μέσα στην καρδιά της χούντας. Δεν σιωπά. Ιδρύει το «Πολύτροπο», ένα μουσικό καφεθέατρο που προσπαθεί να σπάσει το πολιτιστικό τέλμα της δικτατορίας.
Με τη Μεταπολίτευση, αναλαμβάνει το «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-1981). Αυτό που δημιούργησε εκεί δεν ήταν απλώς ραδιόφωνο· ήταν μια πολιτιστική επανάσταση στα ερτζιανά, μαζεύοντας γύρω του ό,τι πιο ταλαντούχο υπήρχε. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», ένα ανατρεπτικό σχήμα κόντρα στις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες, το οποίο διηύθυνε μέχρι το τέλος.
Παράλληλα, οργώνει την ελληνική δισκογραφία με έργα-κειμήλια: Δεκαπέντε Εσπερινοί, Μυθολογία, Τα Παράλογα, Σκοτεινή Μητέρα, Τα Τραγούδια της Αμαρτίας.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένας μουσικός. Ήταν ένας διανοούμενος με αισθητική που δεν παλιώνει ποτέ. Σήμερα, 32 χρόνια μετά τη φυγή του, οι νότες και οι σκέψεις του παραμένουν το πιο δροσερό καταφύγιο απέναντι στην ασχήμια του κόσμου.