Τον Μάρτη εκείνης της χρονιάς σημειώθηκε σιδηροδρομικό δυστύχημα κοντά στις Θερμοπύλες με δύο νεκρούς, έναν βαριά και τέσσερις ελαφρά τραυματισμένους. Το ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως» κατέγραψε το συμβάν.
«ΣΟΒΑΡΟΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΝ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ συνέβη χθες τας μεσημερινάς ώρας, το οποίον γνωσθέν την εσπέραν ενταύθα προεκάλεσε ζωηροτάτην συγκίνησιν. Η τακτική αμαξοστοιχία της Σεμπλόν Οριάν, προερχόμενη εκ Θεσσαλονίκης, εξετροχιάσθη με αρκετά θλιβερά αποτελέσματα, ολίγα χιλιόμετρα κάτω των Θερμοπυλών και προς τον μικρόν σταθμόν Στύρφακα. Αποτέλεσμα της εκτροχιάσεως υπήρξεν ο θάνατος δύο ατόμων, ο βαρύτατος τραυματισμός ενός ενωμοτάρχου και ο ελαφρότερος σχετικός τραυματισμός τεσσάρων ακόμη άλλων επιβατών. Λόγω του εν τω πλήθει των επιβατών πανικού, πλείστοι εξ αυτών εμωλωπίσθησαν».
Το δυστύχημα έγινε στις 8 Μαρτίου του 1930 και με την αναγγελία του οι συντάκτες της εφημερίδας «Ακρόπολις» έσπευσαν στον Σταθμό Λαρίσης και τη διεύθυνση της εταιρείας. Από εκεί συνέλεξαν τις μεταβιβασθείσες τηλεγραφικώς από το σημείο του δυστυχήματος πληροφορίες.
Το έδαφος κάτω από τη σιδηροτροχιά ήταν ανώμαλο και είχε ισοπεδωθεί με χώματα. Οι τελευταίες όμως βροχές, φαίνεται, είχαν παρασύρει τα χώματα και αυτή βρισκόταν κάπως στον αέρα, και από την ταχύτητα της αμαξοστοιχίας που εκτροχιάστηκε, έσπασε.
Σύμφωνα με τις εν λόγω πληροφορίες, η αμαξοστοιχία με αριθμό 4, αφού ξεκίνησε από τη Λαμία λίγο μετά τις 12:30, πέρασε κανονικά από τον Σταθμό Λιανοκλαδίου. Προπορευόταν η τοπική αμαξοστοιχία Λαμίας, η οποία πέρασε από τον τόπο του δυστυχήματος χωρίς ο οδηγός της να παρατηρήσει οποιαδήποτε ανωμαλία ώστε να ειδοποιήσει την αμαξοστοιχία που ερχόταν από πίσω να αναστείλει το δρομολόγιό της ή να μετριάσει την ταχύτητά της. Ούτε και τίποτα ενοχλητικό είχαν παρατηρήσει τα συνεργεία που εξέταζαν τακτικά την κατάσταση των σιδηροτροχιών.
Ήταν 1:10 μ.μ. όταν η αμαξοστοιχία του Σεμπλόν, με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων, περνούσε την καμπή κοντά στον Στύρφακα. Ξαφνικά ο μηχανοδηγός ένιωσε κάτω από τη μηχανή ένα δυνατό τράνταγμα. Προτού προλάβει να σταματήσει τελείως τη μηχανή, αυτή βρέθηκε εκτός γραμμών. Παρά τον τρόμο που ένιωσε, ο οδηγός Ιωάννης Ρούδας κατόρθωσε να φρενάρει και έτσι αποφεύχθηκαν πιο θλιβερές συνέπειες. Αν ο Ρούδας δεν είχε επιδείξει ψυχραιμία και η ατμομηχανή αφηνόταν να λειτουργεί, θα έπεφτε πάνω στους κοντινούς βράχους και θα συντριβόταν, με αποτέλεσμα να συντριβούν και τα βαγόνια. Σε κάθε περίπτωση, παρά το φρενάρισμα του οδηγού, η αμαξοστοιχία λόγω της ορμής από την ταχύτητα βρέθηκε διακόσια περίπου μέτρα εκτός σιδηροτροχιών.
Η πρώτη συνέπεια του εκτροχιασμού της ατμομηχανής ήταν να εκτροχιαστεί ολόκληρος ο συρμός που συρόταν από αυτήν. Τα δύο πρώτα βαγόνια που έρχονταν πίσω της έπεσαν πάνω της και σε μεγάλο βαθμό θρυμματίστηκαν. Τα επόμενα, αφού αποσπάστηκαν λόγω των βίαιων τρανταγμών, διασκορπίστηκαν.
«Απερίγραπτος είναι ο σημειωθείς πανικός μεταξύ των επιβατών, οι οποίοι έντρομοι έσπευδον, εκβάλλοντες απελπιστικάς κραυγάς, να πηδήσουν από τα παράθυρα ή τας θύρας διά να σωθούν. Ο ατυχής συνοδός του ταχυδρομείου, αποπειραθείς να φύγη, εκτύπησεν εις την κεφαλήν καιρίως και εξέπνευσε».
Την ίδια τύχη είχε και ένας μικρός, του οποίου μέχρι τη νύχτα αγνοούνταν η ταυτότητα. Σε εξίσου τραγική θέση βρέθηκε ο ενωματάρχης Χρ. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος, σύμφωνα με σχετικό τηλεγράφημα, συνεθλίβη μεταξύ δύο βαγονιών. Μια γυναίκα χτύπησε στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματός της. Πάρα πολλοί ήταν επίσης οι επιβάτες που υπέστησαν μώλωπες ή ελαφρά τραύματα.
Κατ' άλλη εκδοχή, η θραύση επήλθε λόγω της παλαιότητας της σιδηροτροχιάς, ενώ η ψύξη από τους τελευταίους παγετώνες την επιτάχυνε. Κατά τη γνώμη των αρμοδίων, και για την πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση ευθύνεται η εταιρεία, επειδή δεν είχε προνοήσει είτε να αλλάξει τη σιδηροτροχιά είτε να αναπληρώσει τα χώματα που παρασύρθηκαν από τις βροχές.
Αφηγήσεις θυμάτων
«Από της 10ης νυκτερινής εις τον σταθμόν της Λαρίσσης και τα γειτονικά καφενεία παρετηρείτο ασυνήθης κίνησις κόσμου. Όλοι όσοι έχουν συγγενείς οι οποίοι διαμένουν εις τας ξένας χώρας έντρομοι εζήτουν πληροφορίας από τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους διά τα ονόματα των θυμάτων, φοβούμενοι μήπως εκτός των γνωσθέντων θυμάτων υπάρχουν και άλλα και τα ονόματά των δεν αποκαλύπτονται».
Στις 12:20 μετά το μεσημέρι, έφτασε στον σταθμό της Λάρισας η αμαξοστοιχία που μετέφερε τα θύματα και τους τραυματίες. Το υπόστεγο του σταθμού ήταν γεμάτο κόσμο, συγγενείς και φίλους των θυμάτων, ανθρώπους που είχαν συγγενείς στα γύρω μέρη και υποψιάζονταν ότι μπορεί να ταξίδευαν με τη μοιραία αμαξοστοιχία.
Μόλις ο συρμός εισήλθε στο υπόστεγο, όλοι έσπευσαν να ανέβουν στα βαγόνια. Πρώτη ανέβηκε η επιτροπή των ταχυδρομικών, η οποία και παρέλαβε το πτώμα ενός από τα άτυχα θύματα. Ήταν φρικτά παραμορφωμένο και γι' αυτόν τον λόγο άνθρωποι της εταιρείας το είχαν τυλίξει σε μαύρο ύφασμα.
Τι είπε ο οδηγός
Ο οδηγός της εκτροχιασμένης αμαξοστοιχίας, πονώντας φρικτά στα πόδια και τα πλευρά, τοποθετήθηκε πάνω σε ένα φορείο και, μέσα στους θρήνους των συγγενών του, θα μεταφερόταν στην κλινική. Ο κίνδυνος να χάσει τα πόδια του ήταν άμεσος. Για μια στιγμή, και ενώ μεταφερόταν στο λεωφορείο του Σταθμού Πρώτων Βοηθειών, απάντησε στις επανειλημμένες ερωτήσεις των δημοσιογράφων:
«Τι να σας πω», είπε με σπηλαιώδη φωνή. «Τα έχασα όλα μονομιάς, ενώ έτρεχε η αμαξοστοιχία. Μου φάνηκε ότι δονούνταν ο τόπος. Έχανα την αναπνοή μου, αλλά μπόρεσα την τελευταία στιγμή να φρενάρω. Αμέσως όμως είδα τον βράχο απέναντί μου να έρχεται κατά πάνω μας και την ατμομηχανή να τσακίζεται. Χίλια σίδερα έπεφταν πάνω μου. Έπειτα όλα τα έχασα. Έσβησε και το φως μου και η ακοή μου. Όταν συνήλθα, βρέθηκα στην κατάσταση που με βλέπετε».
Τι είπε ο ενωμοτάρχης
Πιο χαρακτηριστικός ήταν στην αφήγησή του ο σοβαρότερα τραυματισμένος ενωμοτάρχης Παναγιωτόπουλος. Τον είχαν ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι ενός βαγονιού και του απαγόρευαν να κινηθεί. Είχε υποστεί κατάγματα στα πλευρά και, κατά πολλές ενδείξεις, εσωτερική αιμορραγία. Με πολλούς κόπους κατάφερε να πει στους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Ακρόπολις», με συχνά διακοπτόμενες φράσεις:
Άλλες αφηγήσεις
«Την γραίαν Κλαμαρή ανέμενον εις τον σταθμόν η κόρη της κ. Νικολετοπούλου με τον σύζυγόν της, βιομήχανον σάπωνος. Παρ' όλον ότι δωδεκάωρον ολόκληρον έχει παρέλθει από της στιγμής της συγκρούσεως, εν τούτοις ακόμη κάνει αιμοπτύσεις. Μόλις κατορθώνει να είπη τας κατωτέρω φράσεις.
“Ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ, όπως και τώρα. Μου φαινόταν πως κοιμόμουν, όταν έγινε σαν σεισμός. Κρότος και βοή μαζί. Ύστερα, χωρίς να καταλάβω πώς, πετάχθηκα έξω από το παράθυρο και έπεσα κοντά στις ρόδες. Πώς γλύτωσα, ο Θεός με εφύλαξε”».
Ένας άλλος από τους επιβάτες της αμαξοστοιχίας η οποία εκτροχιάστηκε αφηγείται ως εξής το δυστύχημα:











