Γράφει ο Νότης Ανανιάδης
Η μελαγχολία των εορτών και μια νοσταλγία σαν παραμύθι…
Παραμονή Χριστουγέννων, κι ο αέρας κατέβαινε από τον λόφο του Βώκου παγωμένος, γλιστρώντας μέσα από τις πόρτες και τα παράθυρα, σαν να ’θελε να μου θυμίσει πως το σπίτι μου ήταν παλιό όσο κι εγώ. Καθόμουν δίπλα στη σόμπα, με τη φλόγα να τρίζει ρυθμικά, κι αγνάντευα από το παράθυρο το λιμάνι που απλωνόταν κάτω σαν ζωγραφιά. Τα φώτα από τα καράβια τρεμόπαιζαν πάνω στο νερό, λες και το καθένα τους έστελνε μια μικρή ευχή στον ουρανό. Είχα πάντα την ίδια απορία. Αν κοιμούνται ποτέ τα καράβια. Αλλά κι αν μιλούν μεταξύ τους.
Με κάτι τέτοιες απορίες σκότωνα την ώρα μου τα τελευταία χρόνια. Παρέα μου πάντα η θάλασσα, κι ας μύριζα πια στεριά. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν γύρω μου – άλλοι έφυγαν για ταξίδια χωρίς γυρισμό, άλλοι απλώς χάθηκαν μέσα στον χρόνο. Κι εγώ; Έμεινα εδώ, στον λόφο, να κοιτάζω τον Πειραιά όπως τον έβλεπα παιδί: γεμάτο υποσχέσεις, γεμάτο φωνές και φώτα – μόνο που τώρα εγώ στεκόμουν απέξω. Κι η θάλασσα πια δεν με φώναζε.
Το απόγευμα, λίγο πριν πέσει για τα καλά το φως, ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα μου. Απόρησα. Σπάνια ανέβαινε κανείς ως εδώ. Άνοιξα, κι αντίκρισα έναν νεαρό που φαινόταν λαχανιασμένος από την ανηφόρα.
«Εσύ είσαι ο καπετάν Γιώργης;» με ρώτησε.
«Αυτός είμαι, αγόρι μου».
Μου έδωσε έναν φάκελο. «Μου είπαν να σου τον δώσω απόψε οπωσδήποτε. Καλά Χριστούγεννα». Κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας, πριν προλάβω να τον ευχαριστήσω.
Ο φάκελος ήταν κιτρινωπός, σαν από παλιό τετράδιο. Τον άνοιξα αργά, σαν να φοβόμουν μην εξατμιστεί στα χέρια μου. Μια γνώριμη γραφή μού χαμογέλασε από το χαρτί:
«Καπετάνιε,
Παραμονή Χριστουγέννων μαζευόμαστε στο Πασαλιμάνι, όπως παλιά. Έλα στο “Σπλέντιτ” να πιούμε ένα ποτήρι για τις θάλασσες που αφήσαμε πίσω.
Σε περιμένουμε.
Μήτσος».
Μήτσος. Ο παλιός μου φίλος, αδερφός κάποτε στις δυσκολίες. Είχαμε γυρίσει μαζί Ινδία, Αργεντινή, Αλεξάνδρεια και Μασσαλία. Τώρα είχα να τον δω πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Πού με ξέθαψε; Ένιωσα στην καρδιά μου ένα μικρό, ζωηρό τσίμπημα. Ήταν σαν να άναβε μέσα μου ένα κεράκι που είχα ξεχάσει.
Δεν το πολυσκέφτηκα. Έβαλα έναν παλιό επενδύτη που είχε ξεμείνει σε μια κρεμάστρα, βρήκα τον παλιό μου μαύρο σκούφο κι ένα φθαρμένο κόκκινο κασκόλ, κι άφησα τη σόμπα να σβήσει μόνη της. Ο αέρας πάγωνε τα μάγουλά μου, μα δεν με πείραζε. Αντίθετα, μάλλον με ξυπνούσε και μου άρεσε. Κατέβαινα το δρόμο και σε κάθε βήμα μου μια περίεργη χαρά γινόταν όλο και πιο έντονη – ένα αίσθημα πως με περίμενε κάτι καλό, κάτι που έμοιαζε με Χριστούγεννα. Κανονικά, όχι σαν κι εκείνα που περνούσα μόνος, τα τελευταία χρόνια.
Από το λιμάνι ανέβηκα προς το Δημοτικό. Οι δρόμοι φωτισμένοι και στολισμένοι, φυσικά. Άρχισα να κατεβαίνω προς το Πασαλιμάνι. Ο κόσμος μού φαινόταν ότι γελούσε, μικροί, τα μαγαζιά ήταν στολισμένα με γιρλάντες, κορναρίσματα, τραγούδια και μυρωδιές. Ήταν σαν να άνοιγε η καρδιά μου, σαν να επέστρεφα στον Πειραιά του ’70. Μισό αιώνα πίσω.
Από τα μεγάλα τζάμια του «Σπλέντιτ» έβλεπα τα μπιλιάρδα και στο βάθος ένα μεγάλο τραπέζι στρωμένο με μεζέδες και ποτήρια. Πριν προλάβω καλά-καλά να περάσω την πόρτα άκουσα μια δυνατή φωνή:
«Ρε, τον καπετάν Γιώργη! Ζει»!!!
Ήταν ο Μήτσος. Τα μάτια του γεμάτα ζάρες, αλλά το χαμόγελό του ίδιο όπως τότε, πλατύ και δυνατό. Με αγκάλιασε με μια δύναμη που δεν περίμενα από έναν άνθρωπο της ηλικίας μας.
Κι ύστερα σηκώθηκαν κι άλλοι. Ο Στρατής, ο Κωσταντής, ο Λάμπρος… Ο καθένας με τα δικά του σημάδια από τις θάλασσες. Κι όμως όλοι τους ζεστοί, ζωντανοί, με μια λάμψη στα μάτια σαν εκείνη που είχαμε όταν πρωτομπήκαμε στα καράβια.
«Έλα, κάτσε, καπετάνιε» μου είπαν, κι εγώ κάθισα ανάμεσά τους, σαν να μην είχαν περάσει δεκαετίες.
Αρχίσαμε να λέμε ιστορίες. Άλλες αληθινές, άλλες φουσκωμένες σαν πανιά στον άνεμο. Θυμηθήκαμε ταξίδια όπου η θάλασσα μας είχε δοκιμάσει μέχρι το κόκαλο. Τη φορά που μας έπιασε η μεγάλη μπουρίνια στα Στενά, την άλλη που χάσαμε την άγκυρα στη Σμύρνη, τις νύχτες στο κατάστρωμα που λέγαμε τραγούδια για να μην νιώθουμε μονάχοι.
Κάποια στιγμή ο Μήτσος χτύπησε το ποτήρι του και είπε:
«Για μας, που ζήσαμε τη θάλασσα και γυρίσαμε να τη θυμόμαστε!»
Και γελάσαμε όλοι. Γελάσαμε τόσο που άρχισαν να μας κοιτάζουν από τα διπλανά τραπέζια.
Καθώς περνούσε η ώρα, ένιωθα πως κάτι μέσα μου έλιωνε – σαν κομμάτι πάγου που το ζέσταινε η παρέα. Δεν ήμουν μόνος, όχι εκείνη τη νύχτα. Ήμουν ανάμεσα σε ανθρώπους που με ήξεραν όπως ήμουν, όχι όπως έγινα.
Όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα και το καφενείο άρχισε να λέει τα κάλαντα, σήκωσα το ποτήρι μου και κοίταξα τους παλιούς μου φίλους.
«Ξέρετε», τους είπα, «ένα πράγμα έμαθα αυτά τα χρόνια στη μοναξιά. Η θάλασσα πάντα σε καλεί πίσω. Όχι για να την αρμενίσεις, αλλά για να σε ενώσει με εκείνους που την μοιράστηκες».
Σιώπησαν για μια στιγμή – όχι θλιμμένα, αλλά με εκείνη τη σιωπή που έχουν οι άντρες που καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές κουβέντες.
Μετά ξαναρχίσαμε το γέλιο, τα τραγούδια, τα αστεία. Κι εγώ ένιωσα πως κάτι μέσα μου άναψε, κάτι που είχα καιρό να νιώσω. Μια μικρή φλόγα, σαν εκείνες που βλέπει κανείς από μακριά στα φανάρια των καραβιών. Μια φλόγα που σου λέει: δεν είσαι μόνος, καπετάνιε.
Κι έτσι, εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων, κάτω από τα φώτα του Πασαλιμανιού, ανάμεσα στους παλιούς ναυτικούς, ένιωσα πως γύρισα επιτέλους σπίτι. Για λίγο.
Πολύ λίγο.
Γύρισα το κεφάλι μου. Το «Σπλέντιτ» διαλύθηκε. Ήταν εδώ και χρόνια σουπερμάρκετ. Ο Μήτσος θυμήθηκα ότι είχε πνιγεί σε ένα μπάρκο. Οπότε λογικά δεν ήταν εκεί. Ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος. Κι εγώ δεν θυμόμουν τον αριθμό του λεωφορείου που είχε αντικαταστήσει το «21» για να γυρίσω σπίτι.
Δεν πειράζει. Ήξερα τη ρότα για τα Μανιάτικα...
«Δεν ήμουν μόνος, όχι, εκείνη τη νύχτα. Ήμουν ανάμεσα σε ανθρώπους που με ήξεραν όπως ήμουν, όχι όπως έγινα».
*Η εικόνα είναι έργο της Μαρίας Διακοδημητρίου από την Έκθεση στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά για τα “160 χρόνια ΝΑΤ”
Από την έντυπη έκδοση






