Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γεωργίου Κόχραν (George Cochrane), συγγενή του βρετανού ναυάρχου Κόχραν, «Περιπλανήσεις στην Ελλάδα» (Wanderings in Greece) που εκδόθηκε το 1837 στο Λονδίνο και υπάρχει σε ψηφιακή μορφή στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης στο Ρέθυμνο.
Ο αξιότιμος κύριος (Esquire) Γεώργιος Κόχραν, βρισκόταν το 1824 στην Βραζιλία που προσπαθούσε να κερδίσει την ανεξαρτησία της μαζί με τον συγγενή του ναύαρχο Κόχραν, που μάλιστα τον προσέλαβε ως προσωπικό του γραμματέα. Τον επόμενο χρόνο τον ακολούθησε στην επιστροφή του στην Αγγλία και τον Αύγουστο του 1825, μετά την ανάθεση στον ναύαρχο της αρχηγίας του νέου σύγχρονου ατμοκίνητου στόλου της Ελλάδας, που ναυπηγείτο στην Αγγλία, πήγαν μαζί στην Ύδρα, το Μάρτιο του 1827.
Ο Γεώργιος Κόχραν, λάτρης της Αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, έζησε από κοντά την επανάσταση, βοηθούσε όπως μπορούσε τους επαναστάτες Έλληνες και με τα φιλελληνικά αισθήματα που είχε, αποτύπωσε στη μνήμη του τις εικόνες και συναισθήματα που απέκτησε, για να τις εκδώσει αργότερα σε ένα δίτομο έργο με τίτλο «περιπλανήσεις στην Ελλάδα».
Την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου του 1828, ο Γεώργιος Κόχραν, πήγε στη Μασσαλία ως έμπιστος διαχειριστής, προκειμένου να παραλάβει την ατμοκίνητη κορβέτα, Ερμής Ι, να την επανδρώσει, να εξασφαλίσει τον άνθρακα και να την οδηγήσει στον Πόρο, όπου κατέπλευσε στις 18 Σεπτεμβρίου 1828. Να υπενθυμίσουμε πως η κορβέτα Ερμής, δεν μπορούσε, λόγω της ουδετερότητας της Βρετανίας, να εξοπλιστεί και να παραδοθεί στην εμπόλεμη Ελλάδα και γι’ αυτό το λόγο το πλοίο απέπλευσε από την Αγγλία με προσωρινό πλήρωμα Βρετανών, χωρίς οπλισμό και χωρίς πυρομαχικά και πήγε στη Μασσαλία όπου υπήρχε χαλαρότερο καθεστώς ελέγχου. Εκεί υπήρχε μεγάλη φιλελληνική δραστηριότητα και το λιμάνι λειτουργούσε ως “γκρίζα ζώνη” επιτρέποντας τη συγκέντρωση πληρωμάτων, εφοδίων και άνθρακα χωρίς άμεση κρατική εμπλοκή.
Το Δεκέμβριο 1828, έφυγε μαζί με τον ναύαρχο Κόχραν που αποχώρισε οριστικά από την Ελλάδα και επέστρεψε στην Αγγλία όπου παρακολούθησε μαθήματα στη νομική σχολή. Το 1834, επανήλθε στην Ελλάδα και προσπάθησε να ιδρύσει μια ναυτιλιακή εταιρεία, ώστε να συνδέσει τον Πειραιά με τη Μασσαλία, Γένοβα, Νάπολη, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Τα μοντέρνα ατμόπλοια που είχαν εμφανιστεί, προσέφεραν στους ταξιδιώτες άνεση, πολυτέλεια, οικονομική και γρήγορη πρόσβαση σε ενδιαφέροντες, ιστορικούς και αξιοθέατους τόπους. Δυστυχώς όμως το φιλόδοξο αυτό σχέδιο, παρόλο που είχε έγκριση από τον βασιλιά Όθωνα, δεν ευοδώθηκε, επειδή δεν κατάφερε να βρει χρηματοδότες. Ο Γεώργιος Κόχραν, επέστρεψε στην Αγγλία όπου σταδιοδρόμησε ως δικηγόρος.
Στο συγγραφικό του έργο, που αναφέρεται αποκλειστικά στην Ελλάδα, κατέγραψε χωρίς κρίσεις ιστορικά περιστατικά, ακόμη και στην ήττα της Μάχης του Ανάλατου που καταλογίστηκε στον συγγενή του ναύαρχο Κόχραν, και σε όλο του το έργο αναφέρεται με εκτίμηση και αγάπη στον Ελληνικό λαό. Σε γενικές γραμμές αναφέρει ότι συνάντησε μια “ενδιαφέρουσα” χώρα και έναν λαό, “έξυπνο”, “τολμηρό”, “ικανό και εργατικό”, “φιλομαθή και προοδευτικό”, “ανοιχτόκαρδο και ευχάριστο συνομιλητή”, που ένας “μακροχρόνιος επαναστατικός αγώνας τον έφερε σε απόλυτη ένδεια”,
Το κεφάλαιο IV του Α τόμου, αποτελεί ένα εξαιρετικά ισχυρό τεκμήριο για την ζωή του Κανάρη στην Αίγινα, για την καθημερινότητα στην Αίγινα ως διοικητικό κέντρο, για τη σεμνότητα του ήρωα, Κανάρη και γενικά για το ήθος των ναυτικών ηγετών της επανάστασης. Στο βιβλίο του αυτό περιγράφει με γλαφυρότητα τη συνάντηση του συγγραφέα με τον πυρπολητή Κανάρη, τη σύζυγο του Δέσποινα και τον 6χρονο γιό του Μιλτιάδη, που έγινε και αυτός ναύαρχος και επίσης διετέλεσε τρεις φορές υπουργός των Ναυτικών.

| Η Δέσποινα Κανάρη και ο Κωνσταντίς Κανάρης σε μετάλλια που φιλοτέχνησε στην Αθήνα το 1852, ο διάσημος γλύπτης Pierre-Jean David γνωστός ως Ντέιβιντ ντ' Ανζέ (David d'Angers) |
Ο συγγραφέας πήγε στην Αίγινα με ένα Σπετσιώτικο μπρίκι, που είχε ένα ιδιαίτερα καλλιεργημένο Σπετσιώτη καπετάνιο, τον Ιωάννη Δελίνη που είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές του Κανάρη. Ο Κόχραν μας περιγράφει την Αίγινα ως την τότε έδρα της ελληνικής διοίκησης, με έντονη κινητικότητα αλλά και εμφανή σημάδια πρόχειρης οργάνωσης.
Στην Αίγινα ο Κόχραν μετέβαινε σε ειδική αποστολή, προκειμένου να προμηθευτεί και να φέρει στην Αττική εργαλεία σκαψίματος, αξίνες, φτυάρια, τσάπες, που ήταν απαραίτητα στα στρατεύματα του Καραϊσκάκη, ώστε να προωθηθούν στην Αθήνα για να επιτεθούν με το σχέδιο του Καραϊσκάκη, στους Οθωμανούς. Ο Καραϊσκάκης μας αναφέρει: «πήγαινε για τη Μάχη του Φαλήρου (του Ανάλατου), προχωρώντας αργά και σταδιακά, έφτιαχνε ταμπούρια και έτσι προωθείτο σιγά-σιγά στην Αθήνα που απείχε 8 περίπου χιλιόμετρα. Επειδή λοιπόν ο Καραϊσκάκης ανέφερε ότι δεν μπορεί να προωθηθεί χωρίς να έχει σκαπτικά εργαλεία, διέταξαν τον Κόχραν να πάει αμέσως στην Αίγινα, όπου έλεγαν ότι υπήρχαν πολλά, γιατί το νησί είναι τόπος που καλλιεργείται συστηματικά.» Για την εκπλήρωση της αποστολής του αυτής, του είχαν δώσει μια επιστολή του ναυάρχου Κόχραν προς τους προκρίτους της Αίγινας και μια επιστολή του συμβούλου Μέισον προς ένα ευγενή της Αίγινας, που γνώριζε γαλλικά και θα μπορούσε να κάνει το διερμηνέα στις συναντήσεις με τους κατοίκους. Να θυμηθούμε πως ο Εδουάρδος Μάσσον (Edward Masson), ήταν Σκωτσέζος φιλέλληνας, νομικός και σύμβουλος του ναυάρχου Κόχραν, που ήλθε στην Ελλάδα το 1824, στήριξε την εκπαίδευση και τη διοίκηση της ανεξάρτητης χώρας και που επειδή ήξερε γαλλικά και ελληνικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας ή μεσολαβητής στις επαφές με τους Έλληνες οπλαρχηγούς. Ο Μάσσον έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και αποτέλεσε το βασικό πρόσωπο στη συγκρότηση της ελληνικής δικαιοσύνης κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.
Κατά τον πλου, όταν ο Κόχραν πληροφορήθηκε πως στο νησί ήταν ο «γενναίος» Κανάρης, ο διάσημος μπουρλοτιέρης, ο φόβος και ο τρόμος κάθε «καπουδάν πασά» ζήτησε και έμαθε περισσότερα για αυτόν και εξέφρασε την επιθυμία να τον συναντήσει και να τον γνωρίσει προσωπικά.
Στο βιβλίο του, το νησί παρουσιάζεται γεμάτο πρόσφυγες, αξιωματούχους, στρατιωτικούς και ξένους φιλέλληνες, ενώ τα δημόσια κτίρια και οι κατοικίες χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα για διοικητικούς, στρατιωτικούς και ιδιωτικούς σκοπούς. Ο Κόχραν επισημαίνει ότι η Αίγινα, αν και μικρή, είχε αποκτήσει δυσανάλογη πολιτική σημασία, καθώς εκεί συγκεντρώνονταν πρόσωπα που καθόριζαν την πορεία της Επανάστασης. Η εικόνα που μεταφέρει είναι ενός κράτους «εν γενέσει», με έντονη ενεργητικότητα αλλά και με εμφανείς ελλείψεις σε πόρους, υποδομές και συνοχή.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στον συγγραφέα η επίσκεψή του στην κατοικία του Κωνσταντίνου Κανάρη. Περιγράφει το σπίτι ως απλό, λιτό και χωρίς καμία ένδειξη πολυτέλειας, γεγονός που τον οδηγεί σε άμεση σύγκριση με τη φήμη και τη διεθνή ακτινοβολία του Έλληνα ναυμάχου. Ο Κόχραν τονίζει ότι ο Κανάρης, παρά τις μεγάλες του επιτυχίες και τη φήμη που είχε αποκτήσει στην Ευρώπη, ζούσε με αξιοσημείωτη σεμνότητα, χωρίς εξωτερικές επιδείξεις πλούτου ή εξουσίας. Η εντύπωση που αποκομίζει είναι αυτή ενός ανθρώπου που δεν επωφελήθηκε προσωπικά από τη δράση του, αλλά παρέμενε αφοσιωμένος στον αγώνα και στο συλλογικό συμφέρον. Τέλος, η προσωπικότητα του Κανάρη παρουσιάζεται ως ήρεμη, συγκροτημένη και εσωστρεφής, σε αντίθεση με τον μύθο του τολμηρού πυρπολητή που είχε διαμορφωθεί στη δυτική κοινή γνώμη. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η απλότητα της καθημερινής του ζωής ενίσχυε, αντί να μειώνει, το κύρος του.
Από το κεφάλαιο 4 του πρώτου τόμου, μετέφρασα μόνο ένα τμήμα του, που αφορά την επίσκεψη στην Αίγινα, και σας το παραθέτω αυτούσιο, γιατί αξίζει να διαβαστεί από όλους:
Επίσκεψη στην Αίγινα – Κανάρης, σύζυγος και τέκνο
Καθώς πλησιάζαμε το λιμάνι της νήσου Αίγινας, ήταν περίπου επτά το απόγευμα. Αποβιβάστηκα, αλλά σύντομα διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να δω τη δημοτική αρχή εκείνο το βράδυ, καθώς τα μέλη της είχαν ήδη αποσυρθεί στις οικίες τους, όπου βρίσκονταν με τις οικογένειές τους. Επέστρεψα λοιπόν στο πλοίο και πέρασα την ώρα ακούγοντας τις διηγήσεις του καπετάνιου.
Τον βρήκα άνθρωπο ευφυή και καλλιεργημένο, μάλιστα είχε διαβάσει και ορισμένα έργα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Περιέγραψε την Αίγινα ως νησί περίπου εικοσιτεσσάρων μιλίων σε περίμετρο, εξαιρετικά εύφορο, με πληθυσμό περί τις δέκα χιλιάδες ψυχές, οι οποίες, χάρη στη νησιωτική τους θέση, είχαν παραμείνει συγκριτικά απαλλαγμένες από την τουρκική καταπίεση. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν με ζήλο τις γόνιμες πεδιάδες του νησιού. Πολλές καλές οικίες ανήκαν σε ευπορότερους Έλληνες, οι οποίοι είχαν καταφύγει εκεί από την Πελοπόννησο και από την ανατολική και δυτική Ελλάδα.
Το επόμενο πρωί, περί την δεκάτη ώρα, αποβιβάστηκα και πάλι. Η μικρή πόλη της Αίγινας έσφυζε από κίνηση? έχοντας ακούσει το όνομα «Κόχραν», πολλοί υπέθεσαν ότι επρόκειτο για τον Ναύαρχο, και είχαν συγκεντρωθεί για να τον δουν. Παρά την απογοήτευσή τους, όταν διαπίστωσαν το σφάλμα, υπήρξαν ιδιαίτερα ευγενικοί.
Αφού εντόπισα τον Έλληνα κύριο Νικόλαο Πλιάδη, προχωρήσαμε μαζί προς το δημαρχείο, όπου τα μέλη της δημοτικής αρχής είχαν ήδη συγκεντρωθεί για να με δεχθούν. Μετά τις καθιερωμένες φιλοφρονήσεις, τους επέδωσα την επιστολή του Ναυάρχου. Ακολούθησε διαβούλευση, και τελικώς μου δήλωσαν ότι θα συγκεντρώνονταν άμεσα όλα τα αναγκαία εργαλεία και υλικά, ώστε να αποσταλούν το συντομότερο στον στόλο.
Αφού ολοκλήρωσα την αποστολή μου, αποφάσισα, πριν αναχωρήσω από την Αίγινα, να επισκεφθώ τον γενναίο Κανάρη. Ο καπετάνιος πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να τον βρει σε ένα καφενείο που ονομαζόταν «Αθηνά». Πήγαμε αμέσως εκεί, και μόλις τον είδε, ο καπετάνιος αναγνώρισε τον παλαιό του αρχηγό. Αγκαλιάστηκαν εγκάρδια και, έπειτα από σύντομες ερωτήσεις, με παρουσίασε ως άνθρωπο που επιθυμούσε να γνωρίσει από κοντά έναν άνδρα του οποίου τη φήμη θαύμαζε.
Ο Κανάρης με πλησίασε, μου έσφιξε θερμά το χέρι και εξέφρασε τη χαρά του για τη γνωριμία μας. Στη συνέχεια είπε στον καπετάνιο ότι επιθυμούσε να με παρουσιάσει στην οικογένειά του. Φύγαμε όλοι μαζί από το καφενείο.
Ο Κανάρης ήταν μικρόσωμος, με λεπτά χαρακτηριστικά και μύτη ελαφρώς ανασηκωμένη, γεγονός που προσέδιδε στο πρόσωπό του μια ψύχραιμη και αποφασιστική έκφραση. Ωστόσο, η σεμνότητα και η απλότητα της στάσης του δεν θα πρόδιδαν ποτέ ότι επρόκειτο για τον άνθρωπο που είχε εμπνεύσει μεγαλύτερο τρόμο στους Τούρκους από κάθε άλλον Έλληνα. Φορούσε το ιδιαίτερο κάλυμμα κεφαλής των Ψαριανών, το μακρύ κόκκινο σκουφί που έπεφτε πίσω.

Ο Α τόμος του βιβλίου του Γεωργίου Κόχραν «Wanderings in Greece», Το έργο περιέχει αρκετά σκίτσα (λιθογραφίες) του συγγραφέα, με Ελληνικά τοπία, προσωπογραφίες κ.α. Αριστερά φαίνεται το σκίτσο του ανήλικου βασιλιά της Ελλάδας, Όθων Α΄ που σχεδίασε ο Κόχραν το 1832
Ύστερα από πέντε λεπτά πορείας, φθάσαμε στην κατοικία του. Ήταν ένα μικρό ξύλινο σπίτι, περίπου είκοσι ποδιών σε τετράγωνο σχήμα, με τρία ή τέσσερα δωμάτια. Το δωμάτιο στο οποίο μπήκαμε καταλάμβανε περίπου το μισό σπίτι, καθώς ο Κανάρης δεχόταν συχνά επισκέπτες.
Η σύζυγός του, μια όμορφη Ψαριανή, έγνεθε βαμβάκι κατά τη συνήθεια των Ελληνίδων. Μόλις μπήκε ο άνδρας της, σηκώθηκε και με σύστησαν σ’ εκείνη. Με υποδέχθηκε με αξιοπρέπεια και ευγένεια, σαν άνθρωπος συνηθισμένος στην καλή κοινωνία. Αμέσως μετά αφού με καλωσόρισε αποσύρθηκε σε μια γωνιά και μου ετοίμασε με τα χέρια της ένα ποτήρι δροσερή λεμονάδα, ενώ υπηρέτης έφερε πίπες.
Συνομίλησα με τη σύζυγο του Κανάρη μέσω του καπετάνιου [του Σπετσιώτη, που συνόδευε τον Κόχραν], και τη βρήκα εξίσου ευχάριστη στην κουβέντα όσο και στην εμφάνιση. Οι Ψαριανές γυναίκες μοιάζουν περισσότερο από κάθε άλλες με την εικόνα που έχουμε για τις αρχαίες Ελληνίδες: σκούρα γαλανά μάτια, μακριές βλεφαρίδες και αλαβάστρινη επιδερμίδα. Το κάλυμμα της κεφαλής της ήταν ιδιότυπο, όπως το προτιμούν οι συμπατριώτισσές της, που διαφέρει αρκετά από τον τρόπο που το φορούν οι Υδραίες. Γύρω από το κεφάλι της ήταν τυλιγμένα δύο μακριά κομμάτια διάφανο λευκό ύφασμα, που έπεφταν πίσω σαν πέπλο μιας Αγγλίδας νύφης.
Το μικρό τους αγόρι, περίπου έξι ετών, πλησίασε, κάθισε στα γόνατά μου, πήρε από το χέρι μου το τρίκοχό μου καπέλο και είπε ότι θα ήθελε να γίνει στρατιώτης και περπατούσε καμαρωτός στο δωμάτιο με το καπέλο στο κεφάλι του.
Έμεινα μαζί τους περίπου μισή ώρα. Καθώς σηκώθηκα να φύγω, ο Κανάρης μου έσφιξε εγκάρδια το χέρι, και τόσο εκείνος όσο και η σύζυγός του εξέφρασαν την επιθυμία να ανανεώνω την επίσκεψή μου κάθε φορά που θα βρισκόμουν στην Αίγινα.
1 |
|
|












