Εισαγωγή
Στα τέλη του 3ου αιώνα, σε όλη την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία οι θρησκευτικές αψιμαχίες μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών και των αιρετικών (Αρειανών και Εθνικών) ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ζημιές γινόταν σε βωμούς, σε ιερά και αγάλματα. Χώροι λατρείας των «ειδωλολατρών» καταστρεφόταν και στη θέση τους χτιζόταν εκκλησίες.
Στη χώρα μας, είχαμε τα ίδια προβλήματα, αλλά σε ηπιότερη μορφή.
Ο Χριστιανισμός διαδιδόταν γρήγορα από τη μια πόλη στην άλλη. η δε εκπαίδευση είχε έναν θρησκευτικό προσανατολισμό και προετοίμαζε τα παιδιά για τη ζωή στην κοινότητα και τη λατρεία. Στην Αθήνα υπήρχε έντονη φιλοσοφική και επιστημονική εκπαίδευση, ενώ στην Αίγινα η εκπαίδευση ήταν πιο απλή.
Η Αθήνα, ως σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας, ήταν ένας τόπος εκπαίδευσης και φιλοσοφικής σκέψης. Υπήρχαν αρκετές φιλοσοφικές σχολές στις οποίες διδάσκονταν φιλοσοφία όπως η Σχολή του Πλατωνισμού και του Αριστοτελισμού, ρητορικές σχολές που ήταν σημαντικές για τη διαμόρφωση ρητόρων και δικηγόρων, αρκετές σχολές για την ανάπτυξη της Ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας και σχολές εκμάθησης λατινικών. Επίσης, η Χριστιανική Εκκλησία είχε δημιουργήσει σχολές που εστιάζονταν στη θρησκευτική εκπαίδευση και στην ερμηνεία των Γραφών, με την Εκκλησιαστική Σχολή των Αθηνών να παρέχει σημαντική θρησκευτική μόρφωση.
Στην Αίγινα, δεν υπήρχαν σχολές ή πανεπιστημιακά ιδρύματα όπως στην Αθήνα, αλλά υπήρχαν δάσκαλοι που δίδασκαν τα βασικά, κυρίως την ανάγνωση, τη γραφή και τα βασικά μαθηματικά. Οι φτωχότεροι άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση σε αυτήν την εκπαίδευση ενώ η εκπαίδευση των παιδιών της μεσαίας και ανώτερης κοινωνίας, ήταν αυστηρή και επικεντρωνόταν στην ανάπτυξη της γνώσης της φιλοσοφίας, της γραμματικής, της ρητορικής, των μαθηματικών και στην εκμάθηση των Λατινικών.
Οι Αιγινήτες Ιούλιος και Ιουλιανός
Η Αίγινα στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αργότερα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και διένυε μια εποχή μεταβατικών αλλαγών, με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την απομάκρυνση από την παλαιά ένδοξη ναυτική και εμπορική της εποχή. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έλεγχε πλέον τις ναυτικές διαδρομές και το εμπόριο και η ζωή στο νησί ήταν πλέον πιο ήσυχη και αγροτική, σε σχέση με την ακμή της Αίγινας στην κλασική περίοδο. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την αλιεία ενώ υπήρχαν και μερικές τοπικές βιοτεχνίες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα στην Αίγινα, στις αρχές του 4ου αι., υπήρξαν δύο σπουδαίες ιεραποστολικές μορφές, ο Ιουλιανός και ο Ιούλιος. Ήταν αδέλφια, που κατάγονταν από μια εύπορη Χριστιανική οικογένεια που ζούσε στη Παχειά Ράχη της Αίγινας ή Μυρμιδονίας, όπως αναφέρεται στο πρώτο γνωστό συναξάριο των Αγίων (Η’ αιώνας).
Ο μεγαλύτερος, ο Ιούλιος γεννήθηκε το 319 και ο νεότερος ο Ιουλιανός το 330. Τα παιδιά αυτά ανατράφηκαν με χριστιανικές αρχές και αφού έλαβαν την στοιχειώδη μόρφωση στην Αίγινα, πήγαν για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα, όπου ακολούθησαν πρώτα κοσμικές και μετά θρησκευτικές σπουδές. Εγγράφηκαν στη Φιλοσοφική σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου, όπου είχαν την τύχη να συμφοιτήσουν με τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό (τον Θεολόγο), τον ιστορικό και σοφιστή Ευνάπιο και τον Ιουλιανό τον παραβάτη, τον μετέπειτα αυτοκράτορα.
Με την Χριστιανική πίστη που απέκτησαν και επηρεασμένοι από την ιεραποστολική δράση του Αποστόλου Παύλου, που είχε μιλήσει στους Αθηναίους και στους Κορίνθιους για τον αληθινό Θεό και κήρυξε τον Χριστιανισμό, ζήλεψαν τη δράση του και θέλησαν να τον μιμηθούν. Σε διάφορες φιλοσοφικές συγκεντρώσεις, κάποιοι Αθηναίοι Χριστιανοί που άκουσαν τα όνειρα των αδελφών και εντυπωσιάστηκαν από την πίστη και την διδασκαλική ικανότητα τους, ζήτησαν από τον επίσκοπο Αθηνών Ευσέβιο να τους χειροτονήσει. Ο επίσκοπος συμφώνησε και τα αδέλφια επέστρεψαν στην Αίγινα, για να προετοιμαστούν, ώστε στη συνέχεια να αφοσιωθούν στην Χριστιανική εκκλησία και να διαδώσουν τον Χριστιανισμό.
Το 365 μΧ οι Αιγινήτες αδελφοί, χειροτονήθηκαν από τον Επίσκοπο, ο μεν Ιούλιος πρεσβύτερος, ο δε Ιουλιανός, ως ένδειξη ταπεινοφροσύνης προς τον μεγαλύτερο αδελφό, διάκονος.
Η «Νίκαια Χριστιανική πίστη» και ο Αρειανισμός
Ο Κωνσταντίνος, θέλοντας να ενώσει τους υπηκόους του, που ήταν διχασμένου λόγω των θρησκευτικών αιρέσεων, κάλεσε το 325 τους Χριστιανούς κληρικούς από ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην A/ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (σημερινή Ιζνίκ της Τουρκίας) και μάλιστα παρ’ όλο που δεν είχε ακόμη βαπτισθεί χριστιανός, προέδρευσε των εργασιών της. Η Σύνοδος αυτή είχε ως κύριο στόχο, να ενοποιήσει την πίστη και την εκκλησιαστική ζωή του Χριστιανισμού και να επιλύσει θρησκευτικές διαμάχες που δίχαζαν τις κοινότητες της εποχής. Η πιο σημαντική απόφαση που λήφθηκε αφορούσε τη «θεολογία της Τριάδας» και ιδιαίτερα τη φύση του Χριστού, καθώς και τη σχέση του με τον Πατέρα. Ο Άρειος, ένας ιερέας από την Αλεξάνδρεια, υποστήριξε ότι ο Χριστός δεν ήταν πλήρως Θεός, αλλά δημιουργημένος από τον Πατέρα και επομένως κατώτερος από Αυτόν. Αυτή η διδασκαλία, γνωστή ως Αρειανισμός, καταδικάστηκε από τη Σύνοδο ως αίρεση.
Νίκαια Χριστιανική πίστη είναι αυτή που αναφέρεται στις αποφάσεις που καθιερώθηκαν στη σύνοδο αυτή, και ιδίως σε αυτή που καθιέρωσε ότι, ο Χριστός και ο Πατέρας είναι ουσιαστικά και απολύτως ίσοι, "ομοούσιος" με τον Πατέρα. Αυτή λοιπόν την Χριστιανική πίστη, οι Αιγινήτες αδελφοί, θέλησαν να διαδώσουν στα πέρατα του κόσμου.
Το ξεκίνημα της Ιεραποστολικής δράσης του Ιούλιου και του Ιουλιανού
Η επιθυμία των αδελφών Αιγινητών κληρικών για ιεραποστολική δράση, τους οδήγησε πρώτα στην Κόρινθο, που ήταν τότε μεγάλο αστικό κέντρο, προκειμένου να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και να βαφτίσουν πολλούς «Εθνικούς» σε Χριστιανούς.
Σύμφωνα με την παράδοση, πριν φύγουν από την Αίγινα, έκοψαν δύο μεγάλα ίσια κλαδιά, που τα έκαναν μπαστούνια, με τη βοήθεια των οποίων διέσχισαν τις περιοχές στις οποίες διέδιδαν το λόγο του Χριστού και απωθούσαν τους κινδύνους.
Η Κόρινθος τότε ήταν από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου, όπου συναντιόνταν και οι τρεις πολιτισμοί του τότε γνωστού κόσμου, ο Ελληνικός, ο Ρωμαϊκός και ο Ιουδαϊκός.
Όλη αυτή την δύσκολη και ταραχώδη περίοδο, οι Αιγινήτες ιεραπόστολοι ήταν εκεί, εξασκούσαν με ζήλο τα ιεραποστολικά τους καθήκοντα και συνέβαλαν τα μέγιστα στην επαναφορά της ειρήνης.
Τα νησιά στις λίμνες, από στρατηγικής πλευράς, ήταν πάντα σημαντικά και αποτελούσαν ένα ασφαλές μέρος, προφυλαγμένο από τους εισβολείς οι οποίοι μη έχοντας πολεμικά πλοία, δεν μπορούσαν να κινηθούν εύκολα και να το καταλάβουν. Έτσι, τα οχυρωματικά έργα συνεχίστηκαν στους αιώνες που ακολούθησαν και το νησί έγινε απόρθητο, όπως μας περιγράφει ο Arnolfo τον 11ο αιώνα.
Το νησί έγινε δουκάτο των Λομβαρδών και για πάνω από τρεις αιώνες, ήταν στο επίκεντρο των μαχών μεταξύ των Λομβαρδών και των Φράγκων.
Ο κόσμος στη Κόρινθο ευδαιμονούσε και η κοινωνία είχε ελευθερία σκέψης, λόγου και έκφρασης, και για τα δύο φύλλα. Υπήρχε θρησκευτική και η σεξουαλική ελευθεριότητα και στα δύο φύλα και συχνά γινόντουσαν θεατρικές παραστάσεις. Με κάθε ευκαιρία όπως σε γενέθλια, γάμους, νίκες σε αγώνες ή ποιητικούς διαγωνισμούς, σε θρησκευτικές εορτές και σε ιδιωτικές κατοικίες ή ναούς γινόταν τα «επίσημα γεύματα». Στα «γεύματα» αυτά, μαζί με τα τρόφιμα και ποτά που συνήθως προερχόταν από θυσίες σε διάφορους Θεούς, γινόταν σπουδαίες συζητήσεις σε κοινωνικά θέματα, ενώ δινόταν η ευκαιρία στη διάκριση ρητόρων και φιλοσόφων. Ήταν ένας τρόπος κοινωνικής αναγνώρισης και υπήρχαν έντονα φιλοσοφικά ρεύματα, κυρίως των Στωικών και των Επικούρειων φιλοσοφικών σχολών όπως και πολλά θρησκευτικά ρεύματα. Υπήρχαν οπαδοί Γνωστικισμού, ελληνιστικής φιλοσοφίας, Χριστιανικής φιλοσοφίας, μυστηριακών θρησκειών και του Ιουδαϊσμού που είχε διασπαστεί σε πολλές αιρέσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον είχε βρει πρόσφορο έδαφος η Χριστιανική πίστη και τότε ήταν που βρέθηκαν στην Κόρινθο οι Αιγινήτες αδελφοί, που κήρυτταν με ζήλο τα ευαγγέλια και έκαναν νέους Χριστιανούς.
Στο έργο τους αυτό συνάντησαν πολλά εμπόδια από τους οπαδούς της αίρεσης του Αρείου, οι οποίοι δρούσαν ανεμπόδιστοι και με «αυτοκρατορική» συγκατάθεση και υπήρχε κίνδυνος να συλληφθούν και να θανατωθούν. Σύντομα λοιπόν τα αδέλφια απηύδησαν από τις πράξεις των ειδωλολατρών και γενικά των μη-Χριστιανών και έτσι αποφάσισαν να κινηθούν από την Ανατολική, προς τη Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Οι αδελφοί στην Ιταλία και η επίσκεψη στη Ρώμη
Τα αδέλφια κατάφεραν να φτάσουν το 377 μΧ στη Ρώμη, αλλά μόλις έφτασαν εκεί, λόγω των διωγμών από τον Αρειανό Χριστιανό αυτοκράτορα Φλάβιο Βαλέντιο Ουάλη ή Βάλη (Flavius Iulius Valens), αποφάσισαν να ταξιδεύσουν στις παραδουνάβιες περιοχές (Μοραβία, Βοημία, σημερινή Ουγγαρία και Πολωνία), όπου δίδαξαν και δημιούργησαν πολλές Χριστιανικές εκκλησίες.

Η παράδοση αναφέρει πως, όταν περνούσαν από ένα χωριό μιας παραδουνάβιας περιοχής, είδαν τους κατοίκους του να είναι συγκεντρωμένοι στη πλατεία και να ετοιμάζονται να κάψουν στη πυρά ένα «δαιμονισμένο» νεαρό. Οι τοπικοί ιερείς είχαν αποφασίσει να τον κάψουν για να γλιτώσει το χωριό από το κακό.
Οι δύο αδελφοί, πλησίασαν και εξόρκισαν το «δαιμόνιο» και κάνοντας το σημείο του σταυρού στον «ασθενή», τον ηρέμησαν. Μέσα σε λίγο χρόνο, ο νεαρός είχε θεραπευτεί, οι κάτοικοι έμειναν έκθαμβοι και η καύση του νεαρού ακυρώθηκε. Πολλοί από τους κατοίκους, πίστεψαν τότε στο Θεό του Ιούλιου και του Ιουλιανού, τον αληθινό Θεό όπως κήρυτταν, οι οποίοι στη συνέχεια, με τη διδασκαλία των ευαγγελίων, τους τον αποκάλυψαν.
Μετά το θάνατο του Ουάλη και την άνοδο στην εξουσία του Θεοδοσίου Α’ (Flavius Theodosius Augustus), γνωστός και ως Μέγας Θεοδόσιος, λόγω των εξαιρετικών υπηρεσιών που προσέφερε στον Χριστιανισμό, τα αδέλφια επέστρεψαν στη Ρώμη. Ήθελαν να εκπληρώσουν μια επιθυμία τους, να πάνε να προσκυνήσουν τους τάφους αποστόλων Πέτρου και Παύλου, τη δράση των οποίων θαύμαζαν από μικροί και ήθελαν να ακολουθήσουν.
Κάποια στιγμή, οι «ιεραπόστολοι από την Αίγινα» κατάφεραν να συναντήσουν τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο και να λάβουν από αυτόν μια άδεια για την αποστολική τους περιοδεία σε όλη την Ιταλική χερσόνησο.
Απέκτησαν λοιπόν την άδεια να κηρύττουν ελεύθερα το λόγο του Θεού σε όλη την αυτοκρατορία, αναγκάζοντας και τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους υπό την απειλή του θανάτου, να τους βοηθήσουν. Σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες και δοξασίες, που έχουν ρίζες στον 6ο αιώνα, η αποστολή που ανέλαβαν ήταν: «Να περιφρονήσετε τα βέβηλα είδωλα, εικόνες και ιερά των ειδωλολατρών, να ανεγείρετε εκκλησίες που θα αφιερώσετε στους αγίους μας και να βαπτίζετε τους ανθρώπους με το αγιασμένο νερό της βάπτισης». Η αυτοκρατορική αυτή εντολή, του τελευταίου αυτοκράτορα της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συνοδευόταν και από τα σχετικά διατάγματα που τους έθεταν υπό την προστασία του και τους εξουσιοδοτούσε ακόμα και να καταστρέψουν τους ειδωλολατρικούς ναούς και να οικοδομήσουν εκκλησίες στις περιοχές που θα περνούσαν, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και βαπτίζοντας τον πληθυσμό.
Με βάση αυτά τα έγγραφα πήγαν το 379 μ.Χ. και εγκαταστάθηκαν στο Λάτσιο, στη περιοχή Άκουα Σάλβια (Acque Salve) κοντά στη Ρώμη, όπου κήρυξαν το Χριστιανισμό, βάπτισαν Χριστιανούς και έχτισαν εκκλησίες.
Το 380 μ.Χ. συνάντησαν τον Πάπα Δάμασο Α’ (Papa Damaso I) ο οποίος διακρίνοντας τις ικανότητες τους, τους ζήτησε να πάνε στη Βόρεια Ιταλία και συγκεκριμένα στη περιοχή του Μεδιόλανα (Mediolanum), προκειμένου να συνδράμουν το έργο του Επισκόπου του Μιλάνου Αμβρόσιου (Ambrose), που αργότερα ανακηρύχθηκε σε Άγιο. Δέχτηκαν τη πρόταση αυτή με μεγάλη χαρά, γιατί θα πήγαιναν στη πόλη που ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος το 313 μ.Χ., εξέδωσε αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως «Διάταγμα των Μεδιολάνων», με το οποίο έδιδε ανοχή σε όλες τις θρησκείες εντός της Αυτοκρατορίας, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για να γίνει ο Χριστιανισμός, η κυρίαρχη θρησκεία της Αυτοκρατορίας.
Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν, τα αδέλφια άφησαν την επαρχία Λάτσιο και διασχίζοντας την Κεντρική Ιταλία εξασκούσαν παντού και με κάθε ευκαιρία, την ιεραποστολική τους δράση. Διέδιδαν παντού το λόγο του Χριστού, κήρυτταν τα ευαγγέλια, θεράπευαν αρρώστους, βάπτιζαν πιστούς και έχτιζαν με την βοήθεια των πιστών, ναούς.
Ο τρόπος τους ήταν επιτυχημένος και χωρίς άσκηση κάποιας βίας. Τα αδέλφια επισκεπτόταν ένα χωριό, όπου αφού γνωριζόταν με τους χωρικούς τους βοηθούσαν στις καθημερινές εργασίες τους και χάρις στην καλοσύνη τους, την πραότητα και τη γενναιοδωρία τους, κέρδιζαν την εμπιστοσύνη τους. Στη συνέχεια, τους κατηχούσαν και μετά αφού είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, τους έπειθαν να εγκαταλείψουν ή να καταστρέψουν τα είδωλα των «παγανιστών» και ξεκινούσαν όλοι μαζί, την οικοδόμηση ενός νέου χώρου λατρείας, ο οποίος θα ήταν και το καταφύγιο τους όποτε παρίστατο ανάγκη. Αφού παρέμεναν για κάποιο διάστημα στον τόπο εκείνο και δημιουργούσαν μια νέα χριστιανική κοινότητα, τους αποχαιρετούσαν και συνέχιζαν για το επόμενο χωριό.
Η δράση τους ήταν μεγάλη στη Λιγουρία και Λομβαρδία, όπου ακόμη και σήμερα υπάρχουν εκκλησίες αφιερωμένες σε αυτούς.
Μετά από λίγα χρόνια, η ιεραποστολική τους πορεία κατέληξε στα Μεδιόλανα, το σημερινό Μιλάνο, όπου σύμφωνα με την επιθυμία του πάπα Δαμάσου, θα βοηθούσαν τον επίσκοπο Αμβρόσιο. Εκεί, ο Άγιος Αμβρόσιος τους ανέθεσε να κηρύξουν τη χριστιανική πίστη στις ειδωλολατρικές περιοχές της Νοβάρα (Novara??) που είχε ιδρύσει ο Άγιος Λαυρέντιος. Το όνομα Νοβάρα προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «Nova» που σημαίνει καινούριο και «ara» που σημαίνει βωμός.
Την περίοδο εκείνη, στη περιοχή της επαρχίας Νοβάρα του Πεδεμόντιου, (Piemonte), γινόταν ταραχές και διδόταν αιματηρές μάχες για την κατάληψη της εξουσίας μεταξύ του χριστιανού Γρατιανού (Gratianos), του Αρειανιστή ετεροθαλή αδελφού του Ουαλεντινιανού Β' (Walendinian ΙΙ) και του στρατηγού Μάγκνο Μάξιμο (Magnus Maximus). Η περιοχή αυτή για μεγάλο διάστημα αποτέλεσε το επίκεντρο των θρησκευτικών δολοπλοκιών. Ο Γρατιανός δολοφονήθηκε το 383, ο σφετεριστής Μάγνος Μάξιμος έγινε αυτοκράτορας στην δύση και ο Ουαλεντινός Β’, που από παιδί είχε ασπαστεί τον Αρειανισμό, ήλθε σε σύγκρουση με τον Χριστιανό επίσκοπο του Μιλάνου Αμβρόσιο. Οι ταραχές πλήθαιναν μέρα με τη μέρα και πολλές κατέληγαν σε μάχες.
Κάποια στιγμή που τα αδέλφια ήταν στη Λομβαρδία, στη πόλη Brebbia της περιοχής Βαρέζε, επισκέφτηκαν το βωμό της Θεάς του πολέμου και της διάνοιας Αθηνάς, Minerva για τους Ρωμαίους, για να συνομιλήσουν με τους κατοίκους, βρέθηκαν μπροστά σε ένα ατύχημα. Ένας ξυλουργός, εργάτης που εργαζόταν στο ναό, έκοψε το δάκτυλο του, που έπεσε στο δάπεδο με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι. Τα αδέλφια πλησίασαν τότε με θάρρος και επικαλούμενοι τον Χριστό, έπιασαν το δάκτυλο από κάτω και το πίεσαν στο χέρι του άτυχου εργάτη. Η αιμορραγία σταμάτησε και το δάκτυλο κολλήθηκε στο χέρι. Όσοι κάτοικοι είδαν το θαύμα, πίστεψαν αμέσως στο Θεό, που οι ιεραπόστολοι στη συνέχεια τους αποκάλυψαν.
Εκεί, έμειναν κάμποσο χρόνο, όπου με τη βοήθεια των πιστών έχτισαν μια εκκλησία, ακριβώς εκεί που ήταν ο ναός της Θεάς Minerva, τον οποίο αφιέρωσαν στην Παναγία. Στη συνέχεια πήγαν πιο δυτικά στη Λομβαρδία, στη πόλη Angera (Angleria), όπου κήρυξαν το ευαγγέλιο, έκαναν πολλούς Χριστιανούς και οικοδόμησαν χριστιανικές εκκλησίες.
Την επόμενη χρονιά κατευθύνθηκαν νότια, προς τη περιοχή του Πιεμόντε στη λίμνη Όρτα (Lago d’Orta). Έφτασαν στην επαρχία Verbano και κατέληξαν στο χωριό Ομένια (Omegna), όπου έμειναν για μερικούς μήνες κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και χτίζοντας μια Χριστιανική εκκλησία.
Γερασμένοι και κουρασμένοι, αλλά ευχαριστημένοι από το έργο που επιτελούσαν, αποφάσισαν τότε να αποσυρθούν από την οδοιπορία και να μείνουν στην περιοχή γύρω από τη λίμνη Όρτα.
Μέχρι τότε, μέσα σε περίπου εικοσιπέντε χρόνια οδοιπορίας, είχαν καταφέρει να οικοδομήσουν 98 εκκλησίες, να θεραπεύσουν αρρώστους, να απαλλάξουν πιστούς από το παγανιστικό πνεύμα και κυρίως να αγαπηθούν από τους κατοίκους.

Η οικοδόμηση της 99ης εκκλησίας
Όταν οι ιεραπόστολοι βρισκόταν νοτιοανατολικά της λίμνης Όρτα, ο διάκονος Ιουλιανός, γοητευμένος από την ομορφιά του τόπου, εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν και να περάσουν εκεί, το υπόλοιπο της ζωής τους.
Ο αδελφός του Ιούλιος συμφώνησε και τότε αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο Γαυδιανό (Gaudiano), το σημερινό Γκοτζάνο (Gozzano), που είναι σε μικρή απόσταση από το νότιο άκρο της λίμνης Όρτα.
Αφού λοιπόν εκχριστιάνισαν την πλειονότητα του πληθυσμού στη περιοχή, άρχισαν με τη βοήθεια των πιστών να χτίζουν την ενενηκοστή ένατη εκκλησία στο Γκοτζάνο, που την αφιέρωσαν στη παρθένο Μαρία (Santa Maria).
Ο Ιούλιος, θέλοντας να οικοδομήσει μια εκκλησία που θα αφιέρωνε στους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο, το έργο των οποίων θαύμαζαν και οι δύο, πρότεινε τότε στον Ιουλιανό να μείνει εκεί για να αποτελειώσει το ναό και αυτός θα συνέχιζε να βρει ένα τόπο όπου θα οικοδομούσε την εκατοστή εκκλησία.
Ήταν η πρώτη φορά, που τα αδέλφια χώρισαν στη ζωή τους.
Ο Ιουλιανός λοιπόν έμεινε στο Γκοτζάνο, όπου ολοκλήρωσε την 99η εκκλησία.
Εκεί, λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 391, αρρώστησε βαριά και στις 7 Ιανουαρίου κοιμήθηκε σε ηλικία 61 ετών. Ο Διάκος Ιουλιανός από την Αίγινα, ενταφιάστηκε εκεί, στην εκκλησία που ο ίδιος είχε χτίσει.
Η εκατοστή εκκλησία
Ο πρεσβύτερος Ιούλιος, αφήνοντας στον αδελφό του Ιουλιανό την ολοκλήρωση του ναού που ξεκίνησαν μαζί να φτιάχνουν, προχώρησε πιο βόρεια, αναζητώντας μια θέση για την ανέγερση της εκατοστής εκκλησίας, την οποία θα αφιέρωνε στους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο.

Συνεχίζοντας λοιπόν το δρόμο του, έφτασε σε έναν τόπο που λεγόταν Μούκορο (Mucoro). Εκεί με το που ανέβηκε σε ένα ύψωμα, το μάτι του έπεσε σε ένα τεράστιο βράχο που ήταν μέσα σε μια λίμνη. βΉταν η βραχονησίδα του Κουσίου (isola del Cusio) στη λίμνη της Όρτα.
Η βραχονησίδα ήταν ακατοίκητη, γιατί οι κάτοικοι την θεωρούσαν στοιχειωμένη και μολυσμένη με ερπετά και ο θρύλος που υπάρχει στη Καθολική εκκλησία αναφέρει πως ο Ιούλιος, κατάφερε να υποτάξει τους δράκους και τα φίδια που μόλυναν τον τόπο και που σύμφωνα με τις αρχαίες παγανιστικές πεποιθήσεις, θα τους κυνηγούσαν για πάντα. Όπως συμβαίνει συνήθως στις βιογραφίες των Αγίων, είναι δύσκολο να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια από τη μυθοπλασία και τη λαογραφία. Η ιστορία όμως, του Αγίου Ιούλιου που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα μέχρι σήμερα, είναι:
.jpg)
Ο πρεσβύτερος Ιούλιος, σε αντίθεση με τον Άγιο Γεώργιο που σκότωσε το δράκο της πηγής ή τον Άγιο Δημήτριο που λόγχισε τον άπιστο, δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει όπλο ή βία. Όπλα του ήταν, η πίστη του στον Χριστό και το σύμβολο της, ο σταυρός που φορούσε στο λαιμό του!
Με τη Θεϊκή παρέμβαση που επικαλέστηκε, ο σταυρός του πρεσβύτερου Ιούλιου, έγινε όπλο το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε, αλλά που μόνο με τη θέα του, επέβαλε την ηρεμία και την από φόβο φυγή του «κακού». Το «κακό» που τα τέρατα και ερπετά είχαν μέσα τους, έφυγε μακριά και δεν ξαναγύρισε.

Έκτοτε, τα όργανα του «κακού» δεν τα ξαναείδε κανείς και ποτέ δεν ξαναπλησίασαν τους Χριστιανούς πλέον, χωρικούς. Ο φόβος που είχαν πριν οι ψυχές τους αντικαταστάθηκε από τη Χριστιανική πίστη και κανείς στη περιοχή της λίμνης, δεν είχε πιά λόγο να φοβάται τα καθαρά της νερά.
Ο πρεσβύτερος Ιούλιος, που είχε νικήσει τον δράκο και εκδιώξει τα ερπετά, κατάφερε να ανέβει στο νησί προκειμένου να χτίσει την εκκλησία που ονειρεύτηκε. Ήταν η εκατοστή εκκλησία που τα αδέλφια οικοδόμησαν. Μόλις λοιπόν ο πρεσβύτερος Ιούλιος από την Αίγινα, έφτασε στο νησί, γύρω στο 390, έβαλε τα θεμέλια μιας μικρής εκκλησίας, που την αφιέρωσε στους Αγίους Πέτρο και Παύλο, την οποία με τη βοήθεια των πιστών που πίστεψαν τον Ιούλιο και χρίστηκαν Χριστιανοί, αποπεράτωσε σε σύντομο χρόνο.
Ο Ιούλιος, εγκαταστάθηκε σε αυτό το νησάκι όπου έζησε σε ηρεμία, με προσευχή και νηστεία, για άλλα 10 χρόνια. Κοιμήθηκε στις 31 Ιανουαρίου του 401, σε ηλικία 82 ετών και ενταφιάστηκε στον ναό που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Ο Ιούλιος ήταν ο πρώτος κάτοικος αυτού του νησιού γι’ αυτό και τότε το νησί μετονομάστηκε σε «Νήσος Αγ. Ιουλίου» (Isola di San Giulio), όνομα που ακόμη φέρει.
Η ζωή του πρεσβύτερου Ιούλιου, που αργότερα ανακηρύχτηκε σε Άγιο, έκανε ένα κύκλο που ξεκίνησε από ένα μικρό νησί του Σαρωνικού κόλπου στην Ελλάδα, την Αίγινα και τελείωσε σε ένα μικρότερο λιμναίο νησί της βόρειας Ιταλίας.

Το «πέτρινο» νησί της λίμνης San Giulio και η ιστορία του
Το νησί βρίσκεται περίπου 400 μέτρα από την ακτή, έχει μήκος 275 μέτρα, πλάτος 140 μέτρα και η περίμετρος είναι 650 μέτρα. Εκεί εγκαταστάθηκε μετά τον θάνατο του Αγ. Ιουλίου, ο 7ος επίσκοπος της Novara (490 - 500) Onorato, που αμέσως ξεκίνησε τα αμυντικά έργα του νησιού και έκτοτε αποτέλεσε την επισκοπική κατοικία της Νοβάρας.
Βασιλείς και επίσκοποι έβρισκαν καταφύγιο και μετέφεραν εκεί τα πλούτη τους για να τα σώσουν. Όλοι τους συνέχισαν να βελτιώνουν τα οχυρωματικά έργα και να προσθέτουν καινούργια.
Στα τέλη του ένατου αιώνα το νησί επιστράφηκε στον επίσκοπο της Νοβάρα και από τότε άρχισε η ανοικοδόμηση του με κατασκευές διώροφων σπιτιών συνδεδεμένων μεταξύ τους και οι ανακαινίσεις των χώρων και της βασιλικής του Αγίου Ιουλίου. Τον δέκατο αιώνα προκλήθηκαν από μάχες σημαντικές ζημιές, η δε πρώιμη μεσαιωνική εκκλησία του καταστράφηκε ολοσχερώς. Αργότερα στη θέση της, κτίστηκε η βασιλική του Αγίου Ιούλιου που σε κρύπτη κάτω στο ιερό, μπήκε το λείψανο του Αγίου Ιουλίου.
Μέσα από εναλλασσόμενα και δραματικά γεγονότα, η περιοχή της Όρτα και το νησί, παρέμειναν υπό την κυριαρχία των επισκόπων της Novara μέχρι το 1817. Ενδιάμεσα χτίστηκε ένα ιεροδιδασκαλείο και πολλές μεγάλες αίθουσες για διδασκαλεία τεχνών και επιστημών.
Σήμερα – από το 1973 – υπάρχει μια ισχυρή και ζωντανή κοινότητα μοναχών Βενεδικτίνων, που συνεχίζει να φυλάσσει και να εμπλουτίζει την πολύτιμη πνευματική κληρονομιά αυτού του «Βενεδικτίνικου νησιού».
Το νησί διοικητικά ανήκει στο δήμο Orta San Giulio αλλά η βασιλική με ένα μέρος του νησιού ανήκει στην ενορία του San Giacomo.
Οι Άγιοι Ιούλιος και Ιουλιανός
Στην Καθολική Εκκλησία, οι ιεραπόστολοι Ιούλιος και Ιουλιανός, από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού τιμώνται ως Άγιοι, η δε λατρεία τους έχει τις ρίζες της στη λαϊκή αφοσίωση και την τοπική παράδοση.
Σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο (Martirologio Romano) έχει καθιερωθεί σαν μέρα μνήμης του Αγίου Ιουλίου της Όρτα (San Giulio di Orta) η 31 Ιανουαρίου, ενώ του Αγίου Ιουλιανού, του διακόνου του Gozzano (San Giuliano Diacono di Gozzano), η 7 Ιανουαρίου. Επειδή τώρα σύμφωνα με την παράδοση, αυτοί οικοδόμησαν 100 εκκλησίες, καθιερώθηκε ο μεν Άγιος Ιούλιος να είναι ο προστάτης των μαρμαράδων ενώ ο Άγιος Ιουλιανός ο προστάτης των κατασκευαστών και γενικά των εργατών στις οικοδομές, στις περιοχές που έδρασαν.
Στην Ελλάδα οι ημέρες μνήμης τους έμειναν ως είναι στην Καθολική εκκλησία, και καθιερώθηκαν από την Μητρόπολη Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. Επιπλέον και οι δύο Άγιοι εορτάζονται μαζί στις 19 Μαΐου, την ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων τους.
Επίσης στην Αίγινα ο Άγιος Ιουλιανός ο πρεσβύτερος μαζί με τον Καισάριο το διάκονο, εορτάζουν στις 7 Οκτωβρίου.
Τέλος στις 30 Ιουλίου οι Άγιοι Ιούλιος και Ιουλιανός, εορτάζονται την ημέρα που τιμώνται όλοι οι Αιγινήτες Άγιοι, στην εορτή της «Σύναξης των Αιγινητών Αγίων» στο ναό του Αγίου Θωμά στο Λιβάδι.

Στην χριστιανική Αγιογραφία, οι ιεραπόστολοι που κηρύσσουν το λόγο του Θεού, απεικονίζονται με μια ταινία στον ώμο, σαν σύμβολο της σπουδαίας τους αποστολής και κρατώντας ένα βιβλίο ή ειλητάριο (περγαμηνή, πάπυρο ή χαρτί τυλιγμένο).
Οι Άγιοι Ιούλιος και Ιουλιανός, επιπλέον θα τους δούμε να κρατούν αλλού το «ραβδί» που τους βοήθησε στην οδοιπορία τους ή εργαλεία, αφού θεωρούνται προστάτες των οικοδόμων.
Εκκλησίες στη μνήμη των Αγίων Ιουλίου και Ιουλιανού,
Οι εορτές των Αγίων Ιουλίου και Ιουλιανού, εξακολουθούν να είναι πολύ σημαντικές για τους πιστούς στη βόρεια Ιταλία και στη μνήμη τους έχουν αφιερωθεί αρκετές εκκλησίες στη Βόρεια Ιταλία, ιδιαίτερα στη περιοχή της Νοβάρα.

Οι βασιλικές εκκλησίες των Αγίων Ιουλιανού και Ιουλίου
Οι βασιλικές που είναι αφιερωμένες στους Άγιους Ιούλιο και Ιουλιανό, στις πόλεις που έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν, είναι απόδειξη της ύπαρξης τους, οι δε αγιογραφίες και οι εικόνες που υπάρχουν σε αυτές, δείχνουν τα έργα του βίου τους, όπως αυτά διασώθηκαν δια μέσου των αιώνων.
Στις εκκλησίες αυτές, τα λείψανα των Αγίων φυλάσσονται στην κύρια τράπεζα τους, η οποία στις καθολικές εκκλησίες βρίσκεται στο ιερό (sanctuary) που είναι στο πιο εξέχον και κεντρικό σημείο του ναού. Είναι το μέρος όπου τελείται η Θεία Λειτουργία και η Ευχαριστία. Οι βασιλικές έχουν χαρακτηριστεί με απόφαση του Πάπα και σε αυτές, όπως και στους καθεδρικούς ναούς, η κύρια τράπεζα είναι περίτεχνα διακοσμημένη και έχει πάνω της το Άγιο δισκοπότηρο (κιβώριο - ciborium) και γύρω της ένα τέμπλο (retablo) διακοσμημένο με αγάλματα ή πίνακες αγίων.
Η Βασιλική του Αγίου Ιουλιανού με τον τάφο του Αγίου, στο Γκοτζάνο
Ο Άγιος Ιουλιανός ενταφιάστηκε στην αρχαία εκκλησία που ο ίδια έκτισε και αφιέρωσε στην παρθένο Μαρία, η οποία βρισκόταν νοτιοανατολικά της πόλης και ήταν η 99η εκκλησία του τα αδέλφια ιεραπόστολοι, έχτισαν. Ο Άγιος Ιουλιανός είναι ο προστάτης της πόλης του Γκοτζάνο.
Στα τέλη του πέμπτου και αρχές τους έκτου αιώνα, σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες, στη θέση του παλαιού ναού της παρθένου Μαρίας, κτίστηκε μια νέα εκκλησία, όπου και τοποθετήθηκε το λείψανο του. Από τον πρώτο ναό δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά ίχνη, με εξαίρεση δύο κιονόκρανα που ενσωματώθηκαν στους τοίχους του νέου ναού.

Στα τέλη του 8ου αιώνα, την εποχή του επισκόπου της Νοβάρα Cadulto, χτίστηκε σε ένα λόφο με εξαιρετική θέα προς το κέντρο της πόλης, η εκκλησία του Αγίου Ιουλιανού, προκειμένου να στεγάσει το λείψανο του. Στο πέρασμα όμως του χρόνου, η εκκλησία αυτή εγκαταλείφτηκε και ερείπωσε.
Το 1141, ο επίσκοπος της Novara Litifredo ανέθεσε την ανακατασκευή της εκκλησίας σε μια ομάδα πιστών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τις φθορές, να την ενεργοποιήσουν και να γίνονται πάλι, όλες θρησκευτικές τελετές. Τότε προστέθηκε και το επιβλητικό πέτρινο καμπαναριό, που σώζεται ακόμα.
Ο ναός λοιπόν άνοιξε ξανά και, καθώς είχε χαθεί η μνήμη της αρχικής αφιέρωσής του, αφιερώθηκε στον μάρτυρα Άγιο Λορέντζο (Άγιο Λαυρέντιο στα λατινικά, που σημαίνει στεφανωμένος).
.jpg)
Σήμερα, η εκκλησία αυτή έχει ανακατασκευαστεί και από την παλαιά παραμένει μόνο η ημικυκλική αψίδα και το μπροστινό μέρος με μια στοά.
Τον 12ο αιώνα, ανακατασκευάσθηκε πλήρως μέσα στο φρούριο της πόλης η εκκλησία, που αφιερώθηκε στον Άγιο Ιουλιανό, και είχε παρόμοια αρχιτεκτονική με αυτή του παλιού Καθεδρικού Ναού της Νοβάρας.
Σε αυτή μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου που τοποθετήθηκε κάτω από την κύρια Αγία Τράπεζα (Altare Maggiore). Στην παλιά εκκλησία του Αγίου Λορέντζου, παρέμεινε η σαρκοφάγος του Αγίου σαν κενοτάφιο, που σώζεται ακόμη μαζί με μια ρωμαϊκή μαρμάρινη λεκάνη και τοιχογραφίες του 15ου αιώνα.
Το 1691, η εκκλησία ανακατασκευάστηκε, όπως και η Άγια Τράπεζα με το σώμα του Αγίου Ιουλιανού και μετά την ανακαίνιση της, τέλεσε μνημόσυνο ο Αρχιμανδρίτης Πέτρο Τζουζέπε Τερίνη. (Arciprete Pietro Giuseppe Terrini). Από την εκκλησία αυτή σώζονται ακόμα οι δύο πύργοι στη πρόσοψη και οι οκταγωνικές βάσεις των στύλων που στήριζαν το λεγόμενο περίστυλο των κανόνων, κατά μήκος του ανατολικού πλευρού του κτιρίου.
Ο σημερινός ενοριακός ναός, η βασιλική του Αγίου Ιουλιανού, χτίστηκε μεταξύ 1712 και 1723 στη θέση του αρχαίου ρωμαϊκού ενοριακού ναού, από τον οποίο σώζεται το πέτρινο καμπαναριό του 11ου αιώνα και η σαρκοφάγος του Αγίου Ιουλιανού.
Η πρωτοβουλία για την οικοδόμηση αυτής της εκκλησίας, όπως συνέβη με τη Βασιλική του Αγίου Ιουλίου, αποδίδεται στη δράση των επισκόπων της Novara που ασχολήθηκαν με την προβολή των τοπικών Αγίων, την αξιοποίηση των παλαιών ναών και με την επανεκκίνηση της λατρείας των τοπικών αγίων.
Η εκκλησία είναι μονόκλιτη, με ημικυκλική αψίδα και παρεκκλήσια. Εξωτερικά διακρίνονται τα παλαιά κιονόκρανα, μερικές μικρές κολώνες και η θύρα ενώ στο εσωτερικό υπάρχουν τοιχογραφίες του 15ου αιώνα και πίνακες του 18ου αιώνα.
Ξεχωριστής ομορφιάς είναι οι δύο μεγάλες τοιχογραφίες, πίνακες σε καμβάδες με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Ιουλιανού, έργο του Ιωάννη Μπατίστα Ρονκέλι (Giovan Battista Ronchelli ) από τον 18ο αιώνα και οι κολώνες το παρεκκλήσι της Παναγίας του Ροσαρίου, με αγιογραφίες του Λορέντσο Περατσίνου (Lorenzo Peracino).

Ο ένας καμβάς απεικονίζει τους Αγίους Ιούλιο και Ιουλιανό ενώπιον του Αυτοκράτορα Θεοδόσιου, ενώ ζητούν την άδεια να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε αυτές τις χώρες και στον άλλο είναι ο Άγιος Ιουλιανός που κηρύττει. Στο κάτω μέρος, σε ένα χρυσό πλαίσιο, είναι ζωγραφισμένη η εικόνα του Αγίου Ιουλιανού.
Ο τάφος του Άγιου Ιουλιανού
Το λείψανο του Αγίου, βρίσκεται ιερό που παραδοσιακά αποκαλείται «σκοτεινό (scurolo) σκούρολο (επειδή ο φωτισμός είναι χαμηλός),
Στο κέντρο, πάνω σε ένα μαρμάρινο τραπέζι, είναι το λείψανο του Αγίου, ντυμένου με τα διακονικά άμφια και μπροστά του καίει το καντήλι της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αίγινας», ως σύμβολο επαφής με την πατρίδα του Αγίου. Πάνω από την τράπεζα, στο θόλο, υπάρχει εικόνα του Αγίου Ιουλιανού σε τοιχογραφία.
.jpg)
Στην οροφή της εκκλησίας, οι τοιχογραφίες απεικονίζουν την άφιξη των Αγίων Ιουλίου και Ιουλιανού. Από την άλλη πλευρά, η εικόνα δείχνει το χωρισμό των δύο αγίων με τον Άγιο Ιούλιο να πηγαίνει στο νησί της λίμνης, ενώ ο Άγιος Ιουλιανός παραμένει στο Gozzano. Στη κεντρική εικόνα, ο Ιουλιανός κηρύττει το Ευαγγέλιο και στην αψίδα, απεικονίζεται ο θάνατος του Αγίου Ιουλιανού.
Η Βασιλική του Αγίου Ιουλίου στο νησί
Η Βασιλική του Αγίου Ιουλίου, είναι μια Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που σύμφωνα με την παράδοση, χτίστηκε στα ερείπια της εκατοστής και τελευταίας εκκλησίας που ίδρυσαν ο Άγιος Ιούλιος και ο αδελφός του Άγιος Ιουλιανός και την αφιέρωσαν στους δώδεκα Αποστόλους.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές μέσα στην εκκλησία έχουν βρει ίχνη μιας αρχαίας βασιλικής (5ος έως 6ος αιώνας), ένα μικρό παρεκκλήσι με βόρειο προσανατολισμό και ένα κλίτος. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, χτίστηκε μια νέα εκκλησία, μεγαλύτερη και σωστά προσανατολισμένη. Υποτίθεται ότι κατά τη διάρκεια των πολέμων που συνέβησαν στον 9ο και 10ο αιώνα κατέστρεψαν την εκκλησία των πρώιμων μεσαιωνικών χρόνων και τον 12ο αιώνα κατασκευάστηκε μια σύγχρονη ρωμαϊκή εκκλησία με ένα ναό και δύο κλίτη, η οποία και πάλι τροποποιήθηκε στους επόμενους αιώνες.
Η πρόσοψη της εκκλησίας, η οποία είναι πλέον μέρος ενός Βενεδικτίνικου μοναστηριού, είναι σε ρωμαϊκό στυλ, παρά τις τροποποιήσεις που έγιναν τον 16ο αιώνα, συμπεριλαμβανομένου ενός προ-ναού και ενός παραθύρου στην κορυφή της. Δύο πύργοι (από τον 12 αι.) πλαισιώνουν την είσοδο μέχρι τη στέγη, διαιρώντας την πρόσοψη σε τρία μέρη. Η βασιλική διαθέτει τρία κλίτη, το ένα εκ των οποίων είναι το σκευοφυλάκιο. Το μεσαίο κλίτος είναι κατασκευασμένο από πελεκητούς λίθους και διακοσμημένο με μια εντυπωσιακή ζωφόρο.

Η κρύπτη με την ασημένια λάρνακα στη οποία φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Ιουλίου (του 16ου αιώνα) είναι υπερυψωμένη και προσβάσιμη στο κοινό.
Στο τοίχο του αριστερού κλίτους, βρίσκονται οι τοιχογραφίες του Κάρλο Μπορσέτι, που απεικονίζουν στο πάνω μέρος την Αγία Τριάδα, την Ανάληψη και τον Άγιο Ιούλιο μαζί με άλλους τέσσερις Αγίους, εν μέρει συνδεδεμένων με την ιστορία του νησιού που είναι ενταφιασμένοι στην εκκλησία μαζί με τον πολιούχο άγιο (Άγιο Ηλία ιερέα, Άγιο Αυδέντιο συγκλητικό, Άγιο Δημήτριο μάρτυρα και Άγιο Φίλιππο Αββά) και στο κάτω μέρος σκηνές από τη Ζωή του Αγίου Ιουλίου.
Στο δεξιό κλίτος υπάρχουν τοιχογραφίες με «γεγονότα από τη ζωή του Αγίου Ιουλίου»μ ενώ στους τοίχους των πλαγίων διαδρόμων υπάρχουν πολλές τοιχογραφίες που δημιουργήθηκαν ως ευχαριστήρια αφιερώματα από δωρητές μεταξύ του 14ου και του 16ου αιώνα.
Η αρχαιότερη ζωγραφική παράσταση είναι πιθανώς το Μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου, που βρίσκεται στη δεύτερη αριστερή κολώνα. Στη δεύτερη και τρίτη κολώνα του δεξιού κλίτους υπάρχουν τοιχογραφίες φιλοτεχνημένες από ζωγράφους της Νοβάρα στα τέλη του 15ου αιώνα.

Χαρακτηριστική είναι στον τοίχο του δεξιού κλίτους, η εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό Βρέφος, περιβαλλόμενη από τους Αγίους Σεβαστιανό, Ιάκωβο, Ιούλιο, Ρόκκο και έναν προσκυνητή.
Το ταξίδι των ιεραπόστολων στην Δύση
Αν σήμερα, με τα μέσα της εποχής ένα ταξίδι από την Κόρινθο στην Ρώμη φαίνεται δύσκολο και σχετικά ακριβό, αναλογιστείτε πως θα ήταν σε μια εποχή που η μετάβαση γινόταν με εμπορικά κωπήλατα ή ιστιοφόρα πλοία, άλογα και κάρα. Τα αδέλφια ιεραπόστολοι για να πραγματοποιήσουν ένα τέτοιο ταξίδι, στην ηλικία που ήταν, 58 ο μεγαλύτερος και 47 ο μικρότερος, θα έπρεπε να ήταν σε άριστη σωματική κατάσταση, να είχαν αρκετά χρήματα, μεγάλη ψυχική δύναμη, γνωριμίες και συστάσεις. Επίσης, για να ταξιδέψει κάποιος την εποχή εκείνη, θα έπρεπε να είχε «κοινοτικές επιστολές» ή πιστοποιητικά, ώστε να τους δέχονται τα πανδοχεία και οι σταθμοί ανεφοδιασμού.
Για να τολμήσουν, οι ιεραπόστολοι, ένα ταξίδι προς τη Δύση, χρειαζόταν να έχουν κατάλληλα ρούχα, όπως χιτώνες για την ημέρα, μάλλινες χλαμύδες ή παλτά για τη νύχτα, δερμάτινα σανδάλια ή ρωμαϊκές μπότες (caligae) γιατί οι δρόμοι-μονοπάτια ήταν δύσκολα και κουκούλες ή καπέλα για την προστασία από τον ήλιο και τη βροχή.
Ξύλινα ραβδιά είδαμε πως είχαν πάρει μαζί τους από την Αίγινα, γιατί αφενός θα τους υποβοηθούσαν στο περπάτημα και αφετέρου θα τους παρείχαν κάποια προστασία από ληστές ή άγρια ζώα που ενδεχομένως να συναντούσαν.
Οι ιεραπόστολοι, θα έπρεπε να είχαν μαζί τους ή να προμηθευόταν φαγητά όπως ξηροί καρποί, παστά κρέατα, ψωμί, ελιές και τυρί, καθώς δεν υπήρχαν παντού καταστήματα. Επίσης θα έπρεπε να έχουν λάδι για φωτισμό και φαγητό και νερό ή κρασί που πολλές φορές ήταν πιο ασφαλές από το νερό. Επίσης, θα έπρεπε να είχαν μαζί τους κάποιο χάρτη, διαφορετικά σε αρκετές περιοχές θα έπρεπε να μισθώσουν κάποιο οδηγό έναντι κάποιας αμοιβής. Τότε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χρησιμοποιούσαν για συναλλαγές τα χάλκινα νούμμια (nummus), τα ασημένια δηνάρια ή τα χρυσά σόλιδα (solidus) και ένα ταξίδι θα κόστιζε περίπου 250 ασημένια δηνάρια ανά άτομο ή και παραπάνω, ανάλογα με το μέσο μεταφοράς, τη διαμονή και τη διατροφή.
Ας υποθέσουμε πως ο Ιούλιος και ο Ιουλιανός, ακολούθησαν τη πιο λογική διαδρομή και πως επιβιβάστηκαν σε κάποιο εμπορικό πλοίο στο Λέχαιο, το κύριο λιμάνι της Κορίνθου στον Κορινθιακό κόλπο, για να πάνε στην Κέρκυρα όπου συνηθιζόταν τα πλοία να ανεφοδιάζονται προκειμένου να διασχίσουν το Ιόνιο. Από εκεί θα πήγαιναν πάλι με πλοίο στην Απουλία (Οτράντο ή Τάραντα) και μετά θα πήγαν οδικώς στη Ρώμη.
Το ταξίδι με πλοίο από την Κόρινθο στη Κέρκυρα διαρκούσε περίπου 3 μέρες ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και κόστιζε περίπου 20 δηνάρια ανά άτομο χωρίς φαγητό. Από την Κέρκυρα για Τάραντα το ταξίδι διαρκούσε περίπου 5 μέρες πάλι ανάλογα με τον καιρό και κόστιζε περίπου 30 δηνάρια ανά άτομο. Επειδή τα πλοία της εποχής δεν είχαν καμπίνες, οι επιβάτες συνήθως έμεναν για ξεκούραση στο λιμάνι του ενδιάμεσου σταθμού από 1 έως 2 μέρες και αυτό σήμαινε επιπλέον κόστος για το πανδοχείο. Δηλαδή το θαλάσσιο ταξίδι θα διαρκούσε περίπου 10 μέρες και θα είχε κόστος 60 δηνάρια ανά άτομο. Η διαδρομή από τον Τάραντα προς τη Ρώμη, θα έγινε μέσω της Αππίας Οδού, της πιο διάσημης και σημαντικής ρωμαϊκής οδού που συνέδεε τις πόλεις του Νότου με τη Ρώμη και διαρκούσε περίπου 12 μέρες αν ταξίδευαν συνεχώς. Οι ταξιδιώτες εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν κυρίως άλογα, κάρα ή άμαξες για να διανύσουν τις μεγάλες αποστάσεις. Αν υπήρχαν καθυστερήσεις ή αν ο ταξιδιώτης έκανε επιπλέον στάσεις για ξεκούραση, η διαδρομή θα μπορούσε να διαρκέσει επιπλέον 3 με 5 μέρες.
Καθ’ οδόν, υπήρχαν αρκετά σημεία όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να κάνουν στάσεις για φαγητό, ξεκούραση και διανυκτέρευση. Στα μεγαλύτερα και πιο σημαντικά σταυροδρόμια της Αππίας Οδού, υπήρχαν πανδοχεία και ξενώνες, που προσέφεραν καταλύματα και γεύματα στους ταξιδιώτες. Το κόστος της μετακίνησης με άλογο ή κάρο ήταν περίπου 10 δηνάρια την ημέρα δηλαδή το κόστος μετάβασης διαμορφωνόταν σε 120 με 170 δηνάρια ανά άτομο, ενώ το κόστος διανυκτέρευσης και φαγητού σε πανδοχεία ,θα ήταν περίπου 60 δηνάρια ανά άτομο.
Συνοψίζοντας, τα αδέλφια ιεραπόστολοι αν ταξίδευαν συνεχώς θα χρειαζόταν από 30 έως 50 μέρες, αν όλα πήγαιναν καλά και δεν συναντούσαν καταιγίδες στη θάλασσα, ληστές στους δρόμους και αν δεν είχαν κάποια ασθένεια ή τραυματισμό.
Τα έξοδα τους θα ήταν τουλάχιστον 500 ασημένια δηνάρια που σημαίνει πως θα έπρεπε να έχουν μαζί τους ένα μικρό θησαυρό, πράγμα που σημαίνει πως θα είχαν ένα επιπλέον κίνδυνο στο δρόμο, τους ληστές. Εκτός αυτού, διέτρεχαν επί πλέον κινδύνους από διώξεις και εχθρότητες των αιρετικών και των ειδωλολατρών αφού η ειδωλολατρία ήταν ακόμα ισχυρή, ιδιαίτερα σε επαρχίες και σε αγροτικές περιοχές. Στο δρόμο τους υπήρχαν φανατικοί οπαδοί του Μίθρα ή της Ίσιδας οι οποίοι σίγουρα θα τους θεωρούσαν αιρετικούς και επικίνδυνους. Επίσης, οι τοπικοί άρχοντες και οι παγανιστές ιερείς, μπορεί να τους θεωρούσαν απειλή και μπορεί να αντιμετώπιζαν επιθέσεις, προπηλακισμούς ή ακόμα και συλλήψεις, ειδικά αν προσπαθούσαν να κηρύξουν δημόσια. Έπρεπε συνεπώς να είναι πολύ διακριτικοί και να κηρύττουν σε μικρές ομάδες ή σε μυστικές συναθροίσεις. Επειδή δε ήταν και ηλικιωμένοι, δεν μπορούσαν να βασίζονται στη χρήση βίας για να επιβάλουν τις ιδέες τους, παρά μόνο στην πειθώ, στην αγάπη και στο σεβασμό.
Ανακεφαλαιώνοντας, δυο ηλικιωμένοι για να ξεκινήσουν ένα τόσο μεγάλο για την εποχή και επικίνδυνο ταξίδι, θα έπρεπε να είχαν αρκετά χρήματα, πάνω από 100.000 ευρώ σε σημερινές τιμές, μεγάλη θέληση, ψυχική και σωματική δύναμη και κυρίως πίστη στο Χριστό, το έργο του οποίου ήθελαν να επικοινωνήσουν και να διαδώσουν τις αρχές τις οποίες πρέσβευαν.
Η ζωή των Αγίων Ιουλίου και Ιουλιανού, αλήθεια ή μυθοπλασία;
Διαβάζοντας για δράκους, φίδια και για ράσα που λειτουργούν ως βάρκες, είναι εύκολο να κατατάξουμε όλη την ιστορία στους "μύθο", αλλά τα πράγματα φαίνονται να εξελίσσονται σε «θρύλο» αφού και τα λείψανα των ιεραποστόλων έχουν βρεθεί και παλιές εικόνες που αποτυπώνουν τις ιστορίες τους, έχουν αποκαλυφτεί.

Οι Άγιοι ήταν από την Αίγινα, όπου η ναυπηγία ήταν για αιώνες η αγαπημένη τέχνη και αφού κανένας βαρκάρης δεν πήγαινε τον πατέρα Ιούλιο στο νησί, γιατί να μην έφτιαξε το δικό του πλωτό μέσο, δένοντας μερικούς κορμούς δένδρων τον ένα δίπλα στον άλλο και βάζοντας από κάτω το ράσο του για στεγανότητα; Μήπως κάτι τέτοιο έγινε στην πραγματικότητα και το μυαλό των χωρικών να συγκράτησε μόνο το ράσο και την πίστη που αυτόςείχε στο Χριστό? Όσο για την εξουδετέρωση των ερπετών και του δράκου, μήπως ήταν καθαρά μια πράξη που σε συμβολικό επίπεδο μπορεί να θεωρηθεί ως ήττα του παγανισμού και νίκη κατά της ειδωλολατρίας και του κακού;
Η ιστορία των Αγίων δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη στην Ιταλία, όπου έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, αφού ορισμένες πηγές τους αναφέρουν ως αδέρφια και άλλες θεωρούν πως μέσα με το πέρασμα του χρόνου υπήρξε σύγχυση στα ονόματα και πως επρόκειτο για ένα άτομο.
Στην αρχαιότερη βιογραφία του Αγίου Ιουλίου που αναφέρεται στο «Vita» που χρονολογείται στον 7ο αιώνα, η αφήγηση της ζωής του αναμειγνύεται με αυτή του αδελφού του Ιουλιανού, ενός διακόνου, του οποίου το όνομα είναι αρκετά παρόμοιο. Αυτό οδήγησε μερικούς μελετητές να θεωρήσουν ότι ίσως να ήταν το ίδιο άτομο. Τώρα όμως ξέρουμε, λόγω πρόσφατων αρχαιολογικών ανακαλύψεων στην εκκλησία της πρώην ενορίας του Γκότζανο, Αγ. Λαυρεντίου, ότι υπήρξαν και οι δύο.
Σε μεταγενέστερα βιβλία με βίους Αγίων, βλέπουμε να αναφέρεται ότι ήταν δύο αδέρφια από την Αίγινα που στις αρχές του 4ου αιώνα μετακόμισαν στην Ιταλία, επειδή διώχθηκαν από τους αιρετικούς και πως ιδρύθηκαν από αυτούς εκατό εκκλησίες ή παρεκκλήσια. Βέβαια μόνο σε δύο περιπτώσεις έχει επιβεβαιωθεί πραγματικά η παλαιοχριστιανική προέλευση των ναών στις περιοχές που έδρασαν. Οι εκκλησίες αυτές είναι η μια στο Γκότζανο και η άλλη στο ομώνυμο νησί.
Η πιο παλιά εκδοχή της «Ζωής του Αγίου Ιούλιου» χρονολογείται μεταξύ 7ου και 8ου αιώνα, αλλά σίγουρα υπήρξαν μεταγενέστερες τροποποιήσεις, όπως αποδεικνύεται από μια αναφορά στον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου Αριάλδου (St Arialdo) τον 11ο αιώνα.
Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Ελληνισμός προσήλυτος. Η μετάβαση από την αρχαιότητα στον χριστιανισμό, Media Ecclesiastica, Αθήνα 2005
Ζαραβέλας Γεώργιος, Θεολόγος, Οι Άγιοι Ιούλιος και Ιουλιανός της Παχειάς Ράχης Αίγινας, άρθρο στην ηλεκτρονική εφημερίδα Aeginalight, 2014
Καραμπελιάς Γεώργιος, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, άρθρο στο Άρδην, 10 Αυγούστου 2023
Πηγές διαδικτύου
http://www.lagomaggiore.net/blog/storia-di-san-giulio-e-giuliano-e-il-lago-d-orta/
Επίσης, ο μοναχός και ιστορικός Παύλος Διάκονος (Paolo Diacono) που έζησε στα τέλη του 7ου αιώνα, αναφέρει στην «Ιστορία των Λογγοβάρδων» την παρουσία του Λογγοβάρδου δούκα Μίμουλφου (longobardo Mimulfo) στο νησί του «Άγιου Ιουλιανού» τον 6ο αιώνα. Αυτή η αναφορά προκάλεσε μια συζήτηση μεταξύ των ιστορικών που υποστήριζαν την αλήθεια της παραδοσιακής αφήγησης που αναφέρεται στους δύο αδελφούς και εκείνων που υποστηρίζουν την παρουσία μόνο ενός ευαγγελιστή (Ιούλιου ή Ιουλιανού), τον οποίο διαιρέσανε στην μεταγενέστερη παράδοση για να εξυπηρετήσουν τοπικά συμφέροντα. Το ζήτημα αυτό, απασχόλησε τους εκκλησιαστικούς κύκλους και παρουσιάστηκαν επιχειρήματα υπέρ και των δύο απόψεων. Σύμφωνα δε με τον ιστορικό Λανζόνι (Francesco Lanzoni), υπάρχει η εικασία ότι ο Άγιος Ιούλιος ευλογήθηκε το 331 από τον ίδιο τον Πάπα Σιλβέστρο Α' που χειροτονήθηκε πάπας το 314 και κυβέρνησε την Εκκλησία υπό τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, για είκοσι χρόνια.
Επ’ αυτού κάποιοι άλλοι συγγραφείς, πιστεύουν ότι υπήρχε ένας επίσκοπος Ολντράντους την εποχή του Πάπα Αγίου Σίλβεστρο (San Silvestro Α, il papa), που δεν ήταν καθόλου αρεστός στους πιστούς και τον αντικατέστησαν με αυτόν τον Ιούλιο, ένα πολύ συνηθισμένο όνομα στους Ρωμαίους.
Αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στην Βασιλική του Αγίου Ιούλιου και στην εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου (San Lorenzo) στο Γκοτζάνο (Gozzano) έχουν επιβεβαιώσει την υπόθεση ότι τα αναφερόμενα στην «παράδοση» για τους δύο Άγιους περιέχουν πολλά ιστορικά στοιχεία. Στον νησί του Αγίου Ιουλίου, οι έρευνες αποκάλυψαν τα ίχνη μιας πρώιμης βασιλικής (5ος-6ος αιώνας) με μορφή μικρής εκκλησίας και μία Αγία Τράπεζα όπου από κάτω της βρέθηκαν λείψανα, που θεωρούνται ότι είναι του Αγίου Ιούλιου. Αυτά φυλάσσονται ακόμα στη Βασιλική του Αγίου Ιούλιου, στο νησί του Αγίου Ιούλιου, στη μέση της Λίμνης Όρτα. Όσον αφορά τα λείψανα του Αγίου Ιουλιανού, αυτά φυλασσόταν μέχρι το 1360 στο ναό του Αγίου Λαυρεντίου γιατί μετά μεταφέρθηκαν στη νέα εκκλησία, τη Βασιλική του Αγίου Ιουλιανού, στο Γκοτζάνο ενώ στην εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, υπάρχει το «κενοτάφιο».
Στη γενέτειρα τω ιεραποστόλων
Η δράση των δύο αδελφών Ιεραποστόλων από την Αίγινα, παρότι εορτάζεται στην Ιταλία από τον μεσαίωνα, έγινε γνωστή στην Ορθόδοξη Εκκλησία μόλις το 1961 όταν μια ομάδα πιστών από το Γκοτζάνο με επικεφαλής τον ιερέα Don Giuliano Ruga senior, ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Προκόπιο να επισκεφτούν τη γενέτειρα των Αγίων με τη ευκαιρία της επετείου των 600 ετών από την μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιουλιανού στη Βασιλική της πόλης τους.
Μετά από μερικά χρόνια, στις 28 Απριλίου 1968, λείψανα των Αγίων και θραύσματα των τάφων τους προσκομίστηκαν στο ναό του Αγίου Διονυσίου της Παχειάς Ράχης, τα οποία αργότερα μεταφέρθηκαν στον ναό των «Αιγινητών Αγίων» στη περιοχή Λιβάδι και στις 21 Απριλίου 1991 επανήλθαν στον ναό της Παχειάς Ράχης όπου τοποθετήθηκε και μια αναμνηστική πλάκα.
Πολλά χρόνια αργότερα, το 2008, δημιουργήθηκε ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στη μνήμη τους, δίπλα στον παλιό ενοριακό ναό των Ταξιαρχών του χωριού, όπου τελείται πανηγυρικός εσπερινός την παραμονή της μνήμης τους και Θεία Λειτουργία την πρωία της εορτής τους, με τη συμμετοχή του μητροπολίτη Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης, κληρικών του νησιού και πλήθους πιστών. Το παρεκκλήσιο αυτό είναι ο μοναδικός χώρος στην Ελλάδα στο οποίο τιμάται η μνήμη των δύο αδελφών Αγίων που ξεκίνησαν από την Αίγινα και κατέληξαν στη Νοβάρα της Ιταλίας, για να κηρύξουν το λόγο του Χριστού, να βαπτίσουν πιστούς και να χτίσουν εκατό εκκλησίες χωρίς να προβούν σε βίαιες πράξεις κατά των ειδωλολατρών και καταστροφές των ειδώλων τους.
Το 2018, στις 30 Ιανουαρίου, μετά από πρόσκληση της μοναστικής αδελφότητας των Βενεδικτίνων μοναχών "Mater Ecclesia" Orta San Juilio και του εφημερίου του Γκοτζάνο, μια ολιγομελής ομάδα Αιγινητών με επικεφαλής τον αρχιμανδρίτη Φιλόθεο Πετράκο, πήγαν στη περιοχή της Νοβάρας, στον τόπο της μεγαλύτερης ιεραποστολικής δράσης των Αγίων Ιουλίου και Ιουλιανού.
Στη Βασιλική του Γκοτζάνο, όπου φυλάσσεται το λείψανο του Αγίου Ιουλιανού, έγινε μια ορθόδοξη λειτουργεία μπροστά από τον τάφο του Αγίου, από τους ορθόδοξους Αρχιμανδρίτες Φιλόθεο Πετράτο και Θεοφύλακτο Βίτσιο από το Μιλάνο και τους καθολικούς εφημέριους του ναού, Don Enzo Sala και Don Stefano Roberto Capittini.
Στο τέλος της λειτουργείας, ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος και ο Υποναύαρχος ΛΣ Δημοσθένης Παπαλεονάρδος έψαλλαν το απολυτίκιο των Αγίων κατόπιν παρακλήσεως της εκεί αδελφότητος.

Μετά την λειτουργεία ο Επίσκοπος ευχαρίστησε με θερμά λόγια τους Αιγινήτες προσκυνητές και μεταξύ άλλων είπε: "Σήμερα με την παρουσία σας εδώ, μας γυρίσατε πίσω στον 4ο αιώνα, όταν οι Άγιοι ξεκίνησαν από το νησί σας και σήμερα σας βλέπουμε σαν τους Αγίους αδελφούς Ιούλιο και Ιουλιανό
Το απόγευμα η ομάδα των Αιγινητών επισκέφτηκε το νησί του Αγίου Ιουλιανού, όπου την υποδέχτηκε στο Αβαείο, ο καθολικός Επίσκοπος Νοβάρας Mons Franco Julio Brampilla με την ηγουμένη της μονής. Μετά το προσκύνημα του λειψάνου του Αγίου Ιουλίου, η ομάδα παρακολούθησε τον εσπερινό της εορτής του Αγίου που τέλεσε ο επίσκοπος Νοβάρας.
Επίλογος
Αποδεδειγμένα λοιπόν, οι Αιγινήτες ιεραπόστολοι, επιτέλεσαν ένα μεγάλο άθλο, άξιο θαυμασμού και σεβασμού και ένα τεράστιο και σημαντικό για την Χριστιανική πίστη έργο. Δεν πρέπει συνεπώς, το αποστολικό τους έργο σε μια ξένη και μακρινή για την εποχή περιοχή, να ξεθωριάσει και να ξεχαστεί. Απεναντίας πρέπει να μαθευτεί και να μνημονεύεται με κάθε ευκαιρία.
Θεάρεστο έργο θα ήταν, αν χτιζόταν και στη γενέτειρα τους μια εκκλησία και αν ο Δήμος της Αίγινας, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και αναγνώρισης τους, προέβαινε σε αδελφοποίηση με τον Δήμο της πόλης του Γκοτζάνο, όπου εδώ και χρόνια ανάβει ένα κανδήλι, δίπλα στο λείψανο του Αγίου Ιουλιανού σαν ένδειξη τιμής προς την πόλη των Αιγινητών ιεραποστόλων.

Βιβλιογραφία-Πηγές:
Barontini Marco, Il culto dei santi Giulio e Giuliano. Testimonianze liturgiche tra Oriente e Occidente, Borgomanero, Associazione Storica Cusius - Carattere Mobile, 2017,
Crepaldi,Silvano Santi e reliquie, Cologno Monzese, Lampi di stampa, 2012, σελ.298, 474,
Fusi Carlo, I Greci Apostoli del Lago D'Orta: S. Giulio Prete e S. Giuliano Diacono, e Breve Storia Della Rivier, Legare Street Press, 2023,
Giancarlo Andenna, Ecclesia plebe sancti Juliani que est constructa infra castro Gaudiano, in Una luce che non tramonta sulla Rocca di San Giuliano, Bolzano Novarese 1987, pp. 3–14.
Lanzoni Francesco, Le diocesi d'Italia dalle origini al principio del secolo VII (an. 604), vol. II, Faenza, 1927, σελ. 811–813
Paolo Diacono, Historia Langobardorum, Storia dei Longobardi, Lorenzo Valla/Mondadori, Milano 1992.
https://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com/2020/01/31-7-19-31.html
https://benedettineisolasangiulio.org/lisola-di-san-giulio/san-giulio/
https://discovernorthernitaly.com/isola-san-giulio/
https://el.wikipedia.org/wiki/Θεοδόσιος_Α
https://en.wikipedia.org/wiki/Basilica_di_San_Giulio
https://it.wikipedia.org/wiki/Basilica_di_San_Giuliano
https://it.wikipedia.org/wiki/Giulio_di_Orta
https://odosaeginis.blogspot.com/2018/02/blog-post_67.html
https://odosaeginis.blogspot.com/2022/05/blog-post_18.html
https://odosaeginis.blogspot.com/2024/05/blog-post_19.html
https://oikohouse.wordpress.com/2020/05/19/οι-άγιοι-ιούλιος-και-ιουλιανός-oι-αιγι/
https://proskynitis.blogspot.com/2017/02/blog-post_32.html
https://www.borghistorici.it/piemonte/orta-san-giulio/
https://www.saint.gr/2693/saint.aspx
https://www.saint.gr/3579/saint.aspx
https://www.santiebeati.it/dettaglio/39190
https://www.synaxarion.gr/gr/sid/1651/sxsaintinfo.aspx
https://www.synaxarion.gr/gr/sid/1964/sxsaintinfo.aspx
https://www.wikiwand.com/el/articles/Ιουλιανός
https://www.wikiwand.com/el/articles/Μέγας_Βασίλειος
https://www.wikiwand.com/en/articles/Julius_of_Novara
https://www.worldhistory.org/trans/el/1-699/
Γράφει ο Αντιναύαρχος ε.α , Ηρακλής Καλογεράκης












