Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 και έφυγε στις 18 Μαρτίου 1996.
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό επώνυμό του Ελύτη, από νωρίς αντιλήφθηκε τη δυναμική των λαϊκών τραγουδιών και το εκτόπισμα του Μίκη Θεοδωράκη.
Ο ίδιος εξηγεί και εξηγείται με δικά του λόγια στον πρόλογο της περίφημης συλλογής του «Τα Ρω του Ερωτα»:
«Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή. Γι’ αυτό κοντά στα ποιήματά μου δοκίμασα να γράψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Ετσι ή αλλιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά και από εκεί και πέρα τον λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δεν μπόρεσα ίσως να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν».
Με τη σειρά του ο Μίκης Θεοδωράκης στις σημειώσεις του για το «Αξιον Εστί» υπογραμμίζει:
«Τότε ακριβώς κάποιο μεσημέρι, στο όρθιο του Λουμίδη, μπροστά στο ΠΑΛΛΑΣ, εκεί που έπινε τον μοναδικό καφέ εσπρέσο η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, Σεπτέμβριο νομίζω του ’60, με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης. Αφού μου μίλησε για το πόσο εκτιμά την προσπάθειά μου και πόσο αγάπησε τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, πρόσθεσε:
– Τελείωσα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, το έργο της ζωής μου, νομίζω. Θα ’θελα να σας το έστελνα κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα σας εμπνεύσει…
Αφού τον ευχαρίστησα, έγραψα τη διεύθυνσή μου στο Παρίσι και του την έδωσα: Rue de la Fontaine au Roi (Βασιλική Πηγή). Πιο συμβολική ονομασία δεν μπορούσε πράγματι να βρεθεί για κείνη την εποχή.
Δεν πέρασε μήνας κι ο Παριζιάνος ταχυδρόμος άφησε στο θυρωρείο το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του Ελύτη.











