Από την έντυπη έκδοση των ΝΕΩΝ
Με δεδομένη την υπεραλίευση και την κλιματική κρίση, οι επιλογές είναι δύσκολες και στα ψάρια: Θα συνηθίσουμε την έλλειψή τους ή θα γεμίζουμε τα πιάτα μας με προϊόντα ιχθυοτροφείου – και με τι κόστος;
Ταξιδεύοντας ανά την Ελλάδα, στις ακτές του Σαρωνικού, στον Κορινθιακό, στον Αμβρακικό και αλλού, παρατηρεί κανείς τους χαρακτηριστικούς κύκλους των κλωβών υδατοκαλλιέργειας στην επιφάνεια της θάλασσας. Η εικόνα γνώριμη, όμως τα όσα γίνονται κάτω από την επιφάνεια του νερού και συνολικά γύρω από τη βιομηχανία της καλλιέργειας ψαριών και οστράκων αποτελούν… «απάτητη» περιοχή. Τα «ΝΕΑ» ρίχνουν φως στον βυθό των υδατοκαλλιεργειών και θέτουν το καίριο ερώτημα: αξίζει, σε διατροφικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς όρους, η ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα;
Σημειώνεται πως οι περισσότερες υδατοκαλλιέργειες είναιιχθυοκαλλιέργειες μεσογειακών ειδών, κυρίως τσιπούρας και λαβρακίου, ενώ σε αρκετές μονάδες υπάρχουν και άλλα ψάρια, όπως κρανιός, φαγκρί και μυλοκόπι. Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται δε, με δεδομένη την υπεραλίευση και την κλιματική κρίση, είναι δύο.
Περιβάλλον: Απαραίτητες ή καταστρεπτικές;
Οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν σημαντικές συνέπειες στο θαλάσσιο περιβάλλον. Οπως αναφέρει στα «ΝΕΑ» ο γενικός διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, Νίκος Χαραλαμπίδης, οι περιβαλλοντικοί κανόνες για την ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν εφαρμόζονται. Προβλήματα διαπιστώνονται, για παράδειγμα, σε λιβάδια ποσειδωνίας που βρίσκονται κοντά τους. Οι ποσειδωνίες παίζουν κομβικό ρόλο στο θαλάσσιο οικοσύστημα ως «καθαριστές», ενώ βοηθούν και στην αναπαραγωγή των ψαριών, που εναποθέτουν τα ψάρια τους εκεί.
«Οι κλωβοί βρίσκονται σε μικρούς κόλπους με αργή ανανέωση νερού, ακόμα και σε περιοχές NATURA, σε αποστάσεις λίγων μέτρων από τα βράχια. Οι στρατηγικές μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) είναι ελλιπείς, ενώ οι έλεγχοι που πραγματοποιούν φορείς όπως το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) και το Πανεπιστήμιο Πατρών είναι αδιαφανείς. Πρέπει να δημιουργηθεί ένας ανεξάρτητος φορέας που θα είναι αξιόπιστος, θα κάνει ελέγχους σε πραγματικό χρόνο, θα δημοσιεύει τακτικά τα ευρήματά του και θα κάνει προτάσεις ώστε οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες να μπορούν να εκμεταλλευτούν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα έναντι των άλλων χωρών-παραγωγών» λέει ο επικεφαλής της Greenpeace.
Η Εύα Δουζίνα, πρόεδρος της οργάνωσης «Καθετή» που δραστηριοποιείται κατά της ανάπτυξης της ιχθυοκαλλιέργειας στον Πόρο, αλλά και πρόεδρος του αμερικανικού Ιδρύματος Rauch που έχει υποστηρίξει έρευνες για τις επιπτώσεις των υδατοκαλλιεργειών, αναφέρει ότι οι ιχθυοκαλλιέργειες μολύνουν σημαντικά το θαλάσσιο περιβάλλον, κυρίως με τα ιχθυάλευρα και τα έλαια που χρησιμοποιούν για την ανάπτυξη των ψαριών, αλλά και τα φάρμακα και χημικά που χρησιμοποιούνται στους κλωβούς. «Εχουμε μελετήσει αρκετές ΣΜΠΕ και διαπιστώνουμε απίστευτα λάθη, συχνά λείπει το 70% των στοιχείων, ενώ η ζημιά στο περιβάλλον υποκαταγράφεται σε ποσοστό περίπου 40%» σημειώνει.
Από τη μεριά της, η ΕΛΟΠΥ (Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας) ισχυρίζεται ότι «η λειτουργία των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας διέπεται από αυστηρούς εθνικούς νόμους και ευρωπαϊκούς κανόνες και βασίζεται σε διαρκή επιστημονική τεκμηρίωση». Οπως αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της «Γαλαξίδι Θαλάσσιες Καλλιέργειες», Σπύρος Γιαννουλάτος, η επιβάρυνση από την ιχθυοκαλλιέργεια φτάνει σε ακτίνα 30-40 μέτρων. Απαντώντας στην κριτική που δέχονται οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες για τη μικρή απόστασή τους από τις ακτές και το γεγονός ότι σε άλλες χώρες (π.χ. Τουρκία, Ισπανία) τα όρια είναι πολύ αυστηρότερα, επισημαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι το βάθος και τα ρεύματα, όχι η απόσταση από την ακτή. Για την επάρκεια των ελέγχων λέει πως γίνονται κάθε 20-30 ημέρες, είτε με προειδοποίηση είτε χωρίς, ακόμα και από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA).












