Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν την πολεμική τους επιχείρηση κατά του Ιράν τον περασμένο μήνα, τα αφηγήματά τους παρουσιάζονταν απολύτως ευθυγραμμισμένα, προωθώντας ενεργά την ιδέα μιας άμεσης αλλαγής καθεστώτος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απευθυνόταν στους Ιρανούς πολίτες καλώντας τους να αδράξουν μια ιστορική ευκαιρία για να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας τους, ενώ την ίδια στιγμή ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου τους προέτρεπε να αποτινάξουν τον ζυγό ενός καθεστώτος που χαρακτήριζε δολοφονικό.
Ωστόσο, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, οι αντικειμενικοί σκοποί των δύο ηγετών φαίνεται να αποκλίνουν σημαντικά. Ο Αμερικανός πρόεδρος διέκρινε μια ευκαιρία για μια ταχεία στρατιωτική επικράτηση με περιορισμένο οικονομικό αντίκτυπο, σε αντίθεση με τον Ισραηλινό ηγέτη που παραμένει προσηλωμένος στην ολοκληρωτική ανατροπή της Τεχεράνης, μια επιδίωξη που το Ισραήλ υπηρετεί εδώ και σαράντα χρόνια.
Η εσωτερική σύγκρουση και η οικονομική αβεβαιότητα
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Καθημερινής», η πρόσφατη οργισμένη αντίδραση του Τραμπ στις ισραηλινές επιθέσεις στο γιγαντιαίο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars αποκάλυψε τις βαθιές εντάσεις μεταξύ των δύο συμμάχων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τις ενέργειες του Ισραήλ ως υπερβολικά βίαιες, σπεύδοντας να αποστασιοποιηθεί από το πλήγμα σε μια εγκατάσταση που το Ιράν μοιράζεται με το Κατάρ, έναν στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ. Παρά τις επίσημες διαψεύσεις του Τραμπ ότι η Ουάσιγκτον τελούσε εν αγνοία, πολλοί αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν ότι οι Ισραηλινοί είχαν ενημερώσει εκ των προτέρων για τις προθέσεις τους.
Το περιστατικό αυτό, που οδήγησε σε ιρανικά αντίποινα και εκτόξευση των τιμών ενέργειας, καταδεικνύει την αμφιταλάντευση του Τραμπ, ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις στρατιωτικές επιτυχίες και τις παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες ενός μη δημοφιλούς πολέμου.
Το ρήγμα στο δόγμα «America First» και οι πιέσεις του λόμπι
Η παραδοχή του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι η αποφασιστικότητα του Ισραήλ ήταν εκείνη που ώθησε τις ΗΠΑ σε δράση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους υποστηρικτές του δόγματος «America First». Οι επικριτές αμφισβήτησαν ανοιχτά τον ρόλο μιας ξένης δύναμης στην εμπλοκή της χώρας σε μια νέα σύρραξη.
Το κλίμα αυτό επιβαρύνθηκε περαιτέρω από την παραίτηση του επικεφαλής αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, ο οποίος κατήγγειλε ευθέως ότι οι ΗΠΑ σύρθηκαν στον πόλεμο λόγω των πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό του λόμπι. Την ίδια στιγμή, ο Νετανιάχου φαίνεται να εκμεταλλεύεται την πρωτοφανή στρατιωτική ελευθερία που του παρέχει ο Λευκός Οίκος για να καταφέρει συντριπτικά πλήγματα στον βασικό του αντίπαλο, έχοντας ήδη εξοντώσει δεκάδες πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη του Ιράν, ανάμεσά τους και τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Η στρατηγική της ολοκληρωτικής καταστροφής και οι στόχοι της Ουάσιγκτον
Στο ρεπορτάζ επισημαίνεται ότι η ισραηλινή στρατηγική αποσκοπεί στην πλήρη αποσάρθρωση των δυνάμεων ασφαλείας του Ιράν, με στόχο την πρόκληση μιας λαϊκής εξέγερσης. Αντίθετα, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι οι δικοί του στόχοι, υπό την Επιχείρηση «Epic Fury», είναι πιο περιορισμένοι και συγκεκριμένοι. Αυτοί περιλαμβάνουν την καταστροφή του βαλλιστικού προγράμματος και του ναυτικού του Ιράν, την αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων του και τη διασφάλιση ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα. Η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, επιβεβαίωσε ενώπιον του Κογκρέσου ότι οι επιδιώξεις του προέδρου Τραμπ διαφοροποιούνται σαφώς από εκείνες της ισραηλινής κυβέρνησης, η οποία επιδιώκει την ολοκληρωτική οικονομική και ενεργειακή κατάρρευση του Ιράν.
Η επόμενη μέρα και το ρίσκο της χερσαίας κλιμάκωσης
Παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες του Νετανιάχου να εμφανίσει τη συνεργασία των δύο πλευρών ως απόλυτα συντονισμένη, τα ρήγματα παραμένουν βαθιά. Το Ισραήλ έχει ήδη πραγματοποιήσει περίπου 16.000 πλήγματα, εκτιμώντας ότι έχει σκοτώσει 3.500 μέλη των ιρανικών δυνάμεων, όμως οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν βλέπουν σημάδια άμεσης κατάρρευσης του καθεστώτος. Ο Ντόναλντ Τραμπ, αντιμέτωπος με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 110 δολάρια, εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο αποστολής χερσαίων δυνάμεων, μια κίνηση εξαιρετικά ριψοκίνδυνη πολιτικά. Αν και ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα ότι δεν προτίθεται να στείλει στρατεύματα, οι αναλυτές θεωρούν ότι η ανάγκη για το άνοιγμα των θαλάσσιων οδών ή η οριστική επίτευξη της αλλαγής καθεστώτος ενδέχεται να τον αναγκάσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Πληροφορίες από την "Καθημερινή"











