Η δημοσιοποίηση, μετά από 82 χρόνια, φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, προκάλεσε βαθιά συγκίνηση και έντονες αντιδράσεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι εικόνες, που προέρχονται από άλμπουμ Γερμανού αξιωματικού και βγήκαν προς πώληση σε διαδικτυακή δημοπρασία, αποτέλεσαν αφορμή για αιτήματα απόκτησής τους από το ελληνικό κράτος και τοποθετήσεις από θεσμικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Ο Δήμαρχος Καισαριανής Ηλίας Σταμέλος, σε δήλωσή του, χαρακτήρισε τις φωτογραφίες «συγκλονιστικές» και «καθυστερημένη μαρτυρία της Ιστορίας». «Με κομμένη την ανάσα υποκλινόμαστε στο μεγαλείο των 200 ηρώων που στάθηκαν όρθιοι, με το κεφάλι ψηλά και βλέμμα καθαρό μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα», ανέφερε, τονίζοντας ότι αποτελούν «φάρο» και «χρέος» για τις επόμενες γενιές.
Ο δήμαρχος υπογράμμισε ότι «οι φωτογραφίες δεν μπορούν να θεωρούνται εμπόρευμα» και «η αξία τους δεν μετριέται σε χρήμα». Ζήτησε άμεσα το κράτος να τις αποκτήσει και να τις αποδώσει στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στο Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, «ώστε να έχουν πρόσβαση ο λαός και η νεολαία». Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι ο Δήμος θα συνεχίσει την προσπάθεια ανάδειξης του χώρου του Θυσιαστηρίου της Λευτεριάς, «φωτίζοντας τις χρυσές σελίδες των αγώνων του λαού μας».
Ο Αλέξης Τσίπρας, σε επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, πρότεινε το Ίδρυμα της Βουλής να αγοράσει τις φωτογραφίες, «ως φόρο τιμής στην Αντίσταση και τους νεκρούς της». «Οι τελευταίες στιγμές Ελλήνων πατριωτών δεν πρέπει να γίνουν αντικείμενο συναλλαγής, αλλά να περιέλθουν στην ιδιοκτησία της Βουλής και της πατρίδας», σημείωσε, χαρακτηρίζοντας τα ντοκουμέντα «μοναδικά» και «αδιάψευστους μάρτυρες του ηρωισμού».
Ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, σε επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Υπουργό Εσωτερικών Θεόδωρο Λιβάνιο και την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, χαρακτήρισε τις φωτογραφίες «ιστορικά τεκμήρια ανεκτίμητης αξίας» και «αποτύπωση μιας κορυφαίας στιγμής της αντικατοχικής πάλης». Ζήτησε από τη Βουλή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να σταματήσει η δημοπρασία και να περιέλθουν τα αρχεία στην κατοχή της, καθώς αποτελούν «πειστήρια ναζιστικών εγκλημάτων πολέμου». Στη συνέχεια, πρότεινε να αποδοθούν στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, «ανοιχτά και προσιτά στον λαό και τη νεολαία».
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και παλλαϊκό αίτημα, όπως σημειώνει ο κ. Κουτσούμπας, με συγγενείς και απογόνους των εκτελεσμένων να ζητούν την απόκτηση και διάσωση των ντοκουμένων. Η δημοπρασία στο εξωτερικό, ενώπιον της οποίας βρέθηκαν οι φωτογραφίες, έχει αναδείξει και ένα ηθικό ζήτημα: η συλλογική μνήμη ενός λαού δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εμπορίου.
Η Καισαριανή, 82 χρόνια μετά, ξαναγίνεται σημείο αναφοράς: όχι μόνο ως τόπος θυσίας, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η μνήμη οφείλει να προστατεύεται και να μεταβιβάζεται στις επόμενες γενιές με σεβασμό και υπευθυνότητα.











