Η διαχείριση των υδάτων αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα σε έναν κόσμο που πλήττεται από την κλιματική αλλαγή. Ακραία φαινόμενα όπως πλημμύρες και ξηρασίες εναλλάσσονται όλο και συχνότερα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η αφθονία και η έλλειψη συνυπάρχουν παράδοξα. Στην ευρύτερη περιοχή του Αργοσαρωνικού και της Αργολίδας –μια ζώνη που, σύμφωνα με ειδικούς, απειλείται με λειψυδρία και ερημοποίηση– οι έντονες βροχοπτώσεις των τελευταίων μηνών αντιμετωπίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά ως «κακοκαιρία» και ως πηγή ζημιών σε υποδομές και περιουσίες. Σπάνια, όμως, συζητήθηκε η χαμένη ευκαιρία που αντιπροσώπευαν αυτές οι βροχές για την ενίσχυση του υδροφόρου ορίζοντα και την αντιμετώπιση της μακροπρόθεσμης λειψυδρίας.
Όταν η κακοκαιρία γίνεται χαμένη ευκαιρία: Το νερό χάνεται, η τιμή του ανεβαίνει
Η ειρωνεία κλιμακώνεται όταν, παρά την παραγωγική υδρολογικά χρονιά, οι κάτοικοι πολλών περιοχών –συμπεριλαμβανομένου του Σαρωνικού– βλέπουν υπερβολικές αυξήσεις στα τιμολόγια ύδρευσης από τους δήμους, με το γνωστό πρόσχημα της «λειψυδρίας». Αυτή η αντίφαση –αφθονία βροχών από τη μία, επίσημη δήλωση έλλειψης από την άλλη που μεταφράζεται σε οικονομικό βάρος για τον πολίτη– αποτυπώνει τη διαχρονική αποτυχία της Ελλάδας στη διαχείριση του νερού.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αίγινας, που εξαρτάται από ακριβό νερό μέσω υποθαλάσσιου αγωγού από την Αττική. Ο αγωγός αυτός έχει παρουσιάσει επανειλημμένα προβλήματα αστοχίας και διαρροών, θέτοντας σε κίνδυνο την ποιότητα και την επάρκεια του νερού στο νησί. Στην Τροιζηνία και τον Πόρο, ο γεωπόνος Τάσος Γκούμας επιμένει εδώ και χρόνια –μέσω άρθρων στο Saronic Magazine– στην ανάγκη ριζικής αλλαγής στρατηγικής. Οι πρόσφατες κατακλυσμιαίες βροχές φαίνεται να τον δικαιώνουν πλήρως, ωστόσο δεν διαφαίνεται καμία ουσιαστική μετατόπιση πολιτικής.
Η Ολλανδία: Το παράδειγμα της επιτυχίας
Η Ολλανδία αποτελεί διεθνές παράδειγμα επιτυχίας. Με το 26% του εδάφους της κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, έχει μετατρέψει την ευπάθειά της σε πλεονέκτημα μέσω αιώνων προσαρμογής και καινοτομίας. Από τον 13ο αιώνα κατασκευάζει polders –αποστραγγισμένες εκτάσεις με φράγματα και αντλίες–, ενώ μετά την καταστροφική πλημμύρα του 1953 ανέπτυξε το Delta Works, ένα τεράστιο σύστημα προστασίας. Σήμερα εφαρμόζει προγράμματα όπως το Room for the River, πλωτά σπίτια και συλλογή βρόχινου νερού, με απώλειες δικτύου κάτω από 5%. Το κλειδί είναι η αυτάρκεια μέσω τοπικής διαχείρισης του κύκλου του νερού.
Η ελληνική πραγματικότητα και το παράδειγμα του Σαρωνικού και της Αργολίδας
Στην Ελλάδα, οι βροχοπτώσεις φτάνουν τα 700–1.000 mm ετησίως στον Σαρωνικό και την Αργολίδα, αλλά το 90% του νερού χάνεται λόγω ελλιπών υποδομών: ελλείψεις φραγμάτων, διαρροές δικτύων (40–50% σε πολλές πόλεις) και υπερκατανάλωση από γεωργία (80% της χρήσης νερού). Στον Σαρωνικό, νησιά όπως η Αίγινα, που βασίζεται στον επισφαλή υποθαλάσσιο αγωγό, ο Πόρος και οι Σπέτσες αντιμετωπίζουν λειψυδρία και εξάρτηση, ενώ στην Αργολίδα περιοχές όπως η Τροιζηνία, η Επίδαυρος και η Ερμιονίδα βλέπουν βροχές να χάνονται σε χειμάρρους χωρίς φράγματα.
Το κρατικό και δημοτικό αφήγημα της «λειψυδρίας», που τώρα μετατρέπεται σε οικονομικό κόστος για τον καταναλωτή, συγκρούεται με την πραγματικότητα της ετήσιας υδρολογικής ισορροπίας και την αποτυχία διασφάλισης αξιόπιστων εξωτερικών πηγών. Η στροφή σε λύσεις όπως η αφαλάτωση –όπως σε μονάδες στον Πόρο και τις Σπέτσες – ή σε ευάλωτους αγωγούς, εγείρει σοβαρά ερωτήματα: Είναι βιώσιμες μακροπρόθεσμα και αξιόπιστες; Τι γίνεται με το υψηλό ενεργειακό κόστος και τις εκπομπές CO? σε μια εποχή που η κλιματική αλλαγή εντείνεται; Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως η αύξηση της αλατότητας στη θάλασσα από τις μονάδες αφαλάτωσης, επηρεάζουν άραγε τα θαλάσσια οικοσυστήματα του Σαρωνικού; Και οικονομικά, το υψηλό κόστος αυτών των λύσεων είναι βιώσιμο για τις νησιωτικές οικονομίες;
Η αφαλάτωση μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματική λύση, αλλά απαιτεί συνδυασμό με εξοικονόμηση, χρήση ΑΠΕ και αυστηρό έλεγχο, όπως προβλέπει και απόφαση του ΥΠΕΝ από το 2024 για μικτές μονάδες με ΑΠΕ.
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) αναγνώρισε το υψηλό ενεργειακό κόστος των μονάδων αφαλάτωσης και προώθησε τη χρήση μικτών μονάδων που συνδυάζουν αφαλάτωση με παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), αντί για αυτόνομες («σκέτες») μονάδες αφαλάτωσης. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υδροηλεκτρικών έργων, προέβλεπε ότι όταν υπήρχε πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας, αντλίες θα επανέφεραν νερό από υδατοπτώσεις πίσω στον ταμιευτήρα, λειτουργώντας ως σύστημα αποθήκευσης. Αυτή η προσέγγιση δείχνει πόσο σοβαρά λάμβανε υπόψη του το ΥΠΕΝ την ενεργοβόρα φύση της αφαλάτωσης.
Ωστόσο, οι τοπικοί φορείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα του ενεργειακού κόστους, θεωρώντας ότι η σπανιότητα ενέργειας αφορά μόνο κυβερνήσεις και διεθνείς συγκρούσεις για πόρους.
Από την άλλη πλευρά, η εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών συστημάτων εγείρει σοβαρά περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως η καταστροφή πρωτογενούς παραγωγής σε ορεινές περιοχές και η υποβάθμιση αγροτικής γης. Στην περιοχή της Τροιζηνίας και της Καλλονής, όπου μεγάλο μέρος του Κάμπου έχει χαρακτηριστεί «υψηλής παραγωγικότητας», η ερημοποίηση τμήματος της γης (περίπου 1/3) φαίνεται να εξυπηρετεί σχέδιο απαξίωσης των αγροτεμαχίων, ώστε να αποκτηθούν φθηνά.
Παρ’ όλα αυτά, μπροστά στον κίνδυνο λειψυδρίας στο λεκανοπέδιο –όπου τα αποθέματα που θεωρούνταν επαρκή για 3-4 χρόνια αποδείχθηκαν ότι φτάνουν μόνο για 1 έτος– ο Υπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Παπασταύρου υιοθέτησε fast-track διαδικασίες τόσο για μελέτες όσο και για την υλοποίηση έργων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί άμεσα η κρίση.
Η τριτοβάθμια επεξεργασία λυμάτων
Στην Ελλάδα, οι βιολογικοί καθαρισμοί είναι κυρίως δευτεροβάθμιοι, ενώ η τριτοβάθμια επεξεργασία (για επαναχρησιμοποίηση) είναι περιορισμένη. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις που δείχνουν το δρόμο. Στον Πόρο, το μεγάλο έργο του νέου Βιολογικού Καθαρισμού προβλέπει ρητά τριτοβάθμια επεξεργασία, με στόχο την παραγωγή επαναχρησιμοποιήσιμου νερού αρδεύσεως. Αυτή η επένδυση θα μπορούσε να προσφέρει μια σημαντική λύση στο ζήτημα της λειψυδρίας για τις καλλιέργειες του νησιού.
Ωστόσο, όπως πληροφορούμαστε, το έργο έχει λάβει παράταση και θα αργήσει να ολοκληρωθεί, ένα γνώριμο σενάριο που αναιρεί την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης. Η επιτυχία του έργου, από την ολοκλήρωση έως τη σωστή λειτουργία, παραμένει ένα ερωτηματικό, παρόλο που το σχέδιο είναι ορθό. Παράλληλα, στο Σαρωνικό, το Κέντρο Επεξεργασίας Ψυττάλειας θα μπορούσε, με αναβάθμιση σε τριτοβάθμια επεξεργασία, να παράγει νερό για άρδευση, μειώνοντας δραματικά την πίεση στα υδάτινα αποθέματα της Αττικής. Στην Αργολίδα, παρόμοιες δυνατότητες παραμένουν αχρησιμοποίητες. Η στρατηγική επένδυση σε τέτοια έργα αποτελεί την ουσιαστική απάντηση για τη λειψυδρία πολύ περισσότερο από την αύξηση τιμολογίων ή την κατασκευή ευάλωτων αγωγών.
Από την εξάρτηση στην αυτάρκεια
Η πρόσφατη τάση αύξησης τιμολογίων σε περιόδους αφθονίας βροχών κρύβει το πραγματικό πρόβλημα: κακή διαχείριση, σπατάλη και έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Αντί για εξωτερικές εξαρτήσεις και ακριβές λύσεις, η Ελλάδα χρειάζεται στροφή στην τοπική αυτάρκεια: μικρά φράγματα, συλλογή βρόχινου νερού, επαναχρησιμοποίηση και περιορισμό διαρροών.
Μήπως ήρθε η ώρα να προσκαλέσουμε Ολλανδούς εμπειρογνώμονες –εταίρους μας στην ΕΕ– για να μοιραστούν την τεχνογνωσία τους; Μια τέτοια συνεργασία, στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων, θα μπορούσε να φέρει όχι μόνο τεχνολογικές λύσεις, αλλά και πολιτική συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η ώρα για ολιστική διαχείριση του νερού –συλλογή, αποθήκευση, επαναχρησιμοποίηση– είναι πλέον επιτακτική.












