Αν οι σελίδες της Ιστορίας είχαν χρώμα, η 3η Δεκεμβρίου 1944 θα ήταν μία από τις μελανότερες της νεότερης Ελλάδας. Εκείνη την κρύα Κυριακή, μόλις 52 ημέρες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς (12 Οκτωβρίου 1944), ξέσπασαν τα «Δεκεμβριανά»: η ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και τις βρετανικές δυνάμεις μαζί με τις κυβερνητικές ελληνικές δυνάμεις. Ήταν η αρχή του τέλους της εύθραυστης εθνικής ενότητας και η αφετηρία του Εμφυλίου Πολέμου, που επισήμως ξεκίνησε το 1946, αλλά στην πραγματικότητα είχε ήδη ανάψει πολύ νωρίτερα.

Το ιστορικό υπόβαθρο
Τον Μάιο του 1944, στο Συνέδριο του Λιβάνου, όλες οι πολιτικές και αντιστασιακές δυνάμεις συμφώνησαν στη δημιουργία Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με τη Συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944), ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ δέχτηκαν να υπαχθούν στις διαταγές του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι και να μην επιχειρήσουν μονομερή κατάληψη της εξουσίας. Το ΕΑΜ τήρησε τη συμφωνία και δεν εισήλθε στην Αττική κατά την Απελευθέρωση, ωστόσο η ένταση παρέμενε διάχυτη, ιδίως γύρω από τρία κρίσιμα ζητήματα: την ανασυγκρότηση του εθνικού στρατού, την τιμωρία των δοσιλόγων και των Ταγμάτων Ασφαλείας, και τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων.

Η κρίση εκρήγνυται
Την 1η Δεκεμβρίου 1944 ο Σκόμπι εκδίδει διαταγή για τη διάλυση και τον αφοπλισμό όλων των ανταρτικών δυνάμεων, εξαιρώντας μόνο την 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία (Ρίμινι), που ήταν πιστή στην κυβέρνηση και τον βασιλιά Γεώργιο Β΄. Την ίδια μέρα παραιτούνται οι έξι υπουργοί του ΕΑΜ από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.
Την 2α Δεκεμβρίου το ΕΑΜ αποφασίζει μεγάλη διαδήλωση στο Σύνταγμα για την επομένη και γενική απεργία για τις 4 Δεκεμβρίου. Ο Παπανδρέου αρχικά δίνει άδεια, αλλά τελικά την ανακαλεί υπό βρετανική πίεση.

Η αιματηρή Κυριακή
Στις 3 Δεκεμβρίου 1944, παρά την απαγόρευση, δεκάδες χιλιάδες κόσμου (25–60.000 σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις) συγκεντρώνονται από νωρίς το πρωί στην πλατεία Συντάγματος κρατώντας ελληνικές, βρετανικές και αμερικανικές σημαίες. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη, αλλά η διαδήλωση ξεκινά ειρηνικά.
Γύρω στις 11 το πρωί, όταν τμήμα του πλήθους επιχειρεί να πλησιάσει το υπουργείο Εξωτερικών και τη Μεγάλη Βρεταννία, ακούγονται πυροβολισμοί. Σύμφωνα με όλες τις σύγχρονες ιστορικές πηγές και τις αποχαρακτηρισμένες αμερικανικές εκθέσεις (OSS και αμερικανική πρεσβεία), οι πρώτοι πυροβολισμοί προέρχονται από την ελληνική αστυνομία, κυρίως από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης (σημερινό ξενοδοχείο King George) και από ταράτσες γύρω κτιρίων όπου βρίσκονταν αστυνομικοί και άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας που είχαν ενταχθεί στην Χωροφυλακή.

Ο Αμερικανός αντισυνταγματάρχης Στέρλινγκ Λ. Λάραμπι, στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας των ΗΠΑ, αναφέρει ρητά: «Η ελληνική αστυνομία έχασε την ψυχραιμία της και πυροβόλησε εναντίον του πλήθους… Τρία άτομα σκοτώθηκαν σχεδόν αμέσως μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη». Παρόμοια μαρτυρία δίνει και ο Αμερικανός αξιωματικός του Ναυτικού Χάουαρντ Α. Ριντ, που βρισκόταν μόλις 13 μέτρα μακριά: «Η αστυνομία πυροβόλησε τρεις ισχυρές ριπές προς την καρδιά του πλήθους, χωρίς καμία προειδοποίηση στον αέρα».

Οι Βρετανοί στρατιώτες, παρότι επενέβησαν με άρματα μάχης και αλεξιπτωτιστές για να διαλύσουν το πλήθος, δεν έριξαν ούτε έναν πυροβολισμό εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με τις ίδιες αμερικανικές εκθέσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό: τουλάχιστον 28 νεκροί διαδηλωτές (οι περισσότεροι νέοι και παιδιά) και εκατοντάδες τραυματίες. Το αίμα κύλησε στην πλατεία Συντάγματος και στους γύρω δρόμους.

Η γενίκευση της σύγκρουσης
Από το απόγευμα και το βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου ξεκινούν επιθέσεις του ΕΛΑΣ σε αστυνομικά τμήματα. Την επομένη, στις κηδείες των θυμάτων, νέα πυρά πέφτουν πάνω στο πλήθος. Μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την Αθήνα και τον Πειραιά, εκτός από το κέντρο που υπερασπίζονται Βρετανοί και κυβερνητικές δυνάμεις.
Τα ξημερώματα της 5ης Δεκεμβρίου ο Ουίνστον Τσόρτσιλ στέλνει το περίφημο τηλεγράφημα στον Σκόμπι: «Μην διστάσετε να ενεργήσετε σαν να βρίσκεστε σε κατακτημένη πόλη όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση».

Οι μάχες θα διαρκέσουν 33 ημέρες, μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945). Οι νεκροί των Δεκεμβριανών υπολογίζονται σε περίπου 17.000, περισσότεροι από τους 15.000 νεκρούς του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940-41. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή: ο Εμφύλιος που ακολούθησε (1946-1949) θα στοιχίσει άλλες 47.000 ζωές.
Η Ελλάδα, που μόλις είχε βγει από την Κατοχή και είχε αντισταθεί ηρωικά στον Άξονα, βυθίστηκε σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο που θα σημαδέψει τη χώρα για δεκαετίες. Και όλα αυτά ενώ, από τις 9 Οκτωβρίου 1944, Τσόρτσιλ και Στάλιν είχαν ήδη μοιράσει τις σφαίρες επιρροής στην Ευρώπη… πάνω σε μια χαρτοπετσέτα.












