Σε συνέχεια της δημοσίευσης αναφορικά με τη μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς για τις ιχθυοκαλλιέργειες, ακολουθεί η τοποθέτηση της ΕΛΟΠΥ καθώς και μία σύνοψη των συμπερασμάτων της αξιολόγησης της μελέτης:
ΕΛΟΠΥ για την έκθεση Πανεπιστημίου Πειραιώς:
«Δεν αντικατοπτρίζει επ’ ουδενί τον πραγματικό αντίκτυπο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας»
Τα συμπεράσματα παρουσιάζουν μεθοδολογικές αδυναμίες, ελλιπή τεκμηρίωση ή αποσπασματική χρήση πηγών.
Με αφορμή την πρόσφατη δημοσιότητα της χρηματοδοτούμενης από το Αμερικανικό Ίδρυμα RauchFoundation μελέτης αναφορικά με τον οικονομικό αντίκτυπο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας από ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου Πειραιώς οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα παρακάτω:
Ουδείς εκ των ειδικών που συμμετείχαν στην ομάδα εκπόνησης της «μελέτης» έχει άμεση επιστημονικήσχέση με το εξαιρετικά σύνθετο αντικείμενο της ιχθυοκαλλιέργειας. Τα βιογραφικά τους σημειώματα είναι εν προκειμένω η καλύτερη απόδειξη. (Εξειδικεύσεις: Τουριστικό Μάρκετινγκ, Χωροταξικός/Αστικός Σχεδιασμός & Περιφερειακή Πολιτική, Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Αστικού Σχεδιασμού & Περιφερειακής Ανάπτυξης).
Σε αυτό το σημείο να συμπληρώσουμε ότι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθούμε την παραγγελία μελετών από το συγκεκριμένο ίδρυμα με έδρα την Πολιτεία Vermont, ΗΠΑ, το οποίο χρηματοδοτεί «μελέτες» με συγκεκριμένη στόχευση. Να θυμίσουμε ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού δημοσιεύθηκαν μέσω αναρτήσεων σε ιστοσελίδα ελληνικής ΜΚΟ, η οποία επίσης έχει σχέση με τη Rauch Foundation, «συμπεράσματα ανεξάρτητης μελέτης»… φοιτήτριας της Οξφόρδης. Μελέτης που δεν έχει μέχρι σήμερα δημοσιευθεί, εξ όσων γνωρίζουμε, σε καμία επιστημονική επιθεώρηση, αν και έχει ζητηθεί επισήμως από την ΕΛΟΠΥ μέσω επικοινωνίας μας με την επιβλέπουσα καθηγήτρια της φοιτήτριας. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ενημερωθήκαμε για «συμπεράσματα» της εν λόγω «ανεξάρτητης μελέτης», από την εν Ελλάδι συνεργαζόμενη με το Rauch Foundation.
Ως εκπρόσωποι 22 εταιρειών του κλάδου, οφείλαμε να αξιολογήσουμε, μέσω της δικής μας επιστημονικής ομάδας της ΕΛΟΠΥ, και να απαντήσουμε δημόσια για τα στοιχεία, τη μεθοδολογία και τα συμπεράσματα του πονήματος της επιστημονικής ομάδας του ΠΑΠΕΙ.
Η αξιολόγηση εκ μέρους της ΕΛΟΠΥ αποδεικνύει εν τοις πράγμασι ότι τα συμπεράσματα παρουσιάζουν μεθοδολογικές αδυναμίες, ελλιπή τεκμηρίωση ή αποσπασματική χρήση πηγών. Δεν αντικατοπτρίζειεπ’ ουδενί τον πραγματικό αντίκτυπο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Παραθέτουμε ελάχιστα μόνο από τα σημεία που δεν έλαβε υπόψη ή δεν ερμήνευσε σωστά η «Μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς»:
• Η μελέτη του ΠΑΠΕΙ παρουσιάζει την ιχθυοκαλλιέργεια ως «μακροοικονομικά περιθωριακή» (ΑΠΑ ~0,35% το 2023 από 0,46% το 2022). Η μείωση αυτή είναι κυκλική (συγκυριακή διόρθωση τιμών) και όχι διαρθρωτική. Ο κλάδος παραμένει ισχυρός. Επιπλέον, το ποσοστό Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) δεν αντικατοπτρίζει την εξαγωγική βαρύτητα, τη συμβολή του κλάδου στην επισιτιστική αυτάρκεια και την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων (Κεφ. 4.2 – Σελ. 10).
• Η μελέτη θεωρεί αδυναμία την «υπερεξάρτηση» σε δύο είδη (τσιπούρα, λαβράκι), όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για στοχευμένη στρατηγική: η συγκέντρωση σε αυτά τα μεσογειακά προϊόντα είναι πλεονέκτημα με ώριμες διεθνείς αγορές. Η έκθεση παραβλέπει ότι ήδη αναπτύσσονται και άλλα είδη, ενώ διεθνείς αναλύσεις (π.χ. FAO) προβλέπουν συνέχιση της ανάπτυξης του κλάδου τα επόμενα χρόνια (Κεφ. 4.2 – Σελ. 10).
• Ορισμένα σημεία της μελέτης, φέρονται να έχουν παρασχεθεί από την ΕΛΣΤΑΤ. Πρόκειται για γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη διαθεσιμότητά τους. Αυτό συμβαίνει διότι, σε αντίστοιχα αιτήματα που είχαν υποβληθεί από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το Πάντειο Πανεπιστήμιο για τα ίδια ακριβώς δεδομένα, η ΕΛΣΤΑΤ είχε απαντήσει ότι τα στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα λόγω στατιστικού απορρήτου. (Κεφ. 4.2 – Σελ. 10).
• Η έκθεση εστιάζει στην εξάρτηση από εισαγόμενες ιχθυοτροφές, όμως ο κλάδος μειώνει σταδιακά αυτήν την ευαλωτότητα καθότι , οι επιχειρήσεις επενδύουν σε καινοτόμες ζωοτροφές και βελτιωμένη αποδοτικότητα τροφής, μειώνοντας περαιτέρω την εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές (Κεφ. 4.2 – Σελ. 11).
• Ο κλάδος δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη που δεν αποτυπώνονται στη μελέτη: στηρίζει άμεσα ή έμμεσα εκατοντάδες Έλληνες προμηθευτές. Ένα δίκτυο άνω των 200 επιχειρήσεων (τροφές, εξοπλισμός, logistics, υπηρεσίες κ.ά.) υποστηρίζει τη λειτουργία των μονάδων, ενισχύοντας σημαντικά τις τοπικές και περιφερειακές οικονομίες (Κεφ. 4.2 – Σελ. 12).
• Ο κλάδος διαθέτει ισχυρό θεσμικό πλαίσιο: λειτουργεί υπό αυστηρή αδειοδότηση και χωροταξικό σχεδιασμό (ΠΟΑΥ) με συνεχή περιβαλλοντικό έλεγχο, το οποίο η έκθεση υποτιμά. Αντίθετα, ο τουρισμός δεν έχει τέτοια ρύθμιση. Επίσης, οι ισχυρισμοί της μελέτης για εκτεταμένες οφειλές μισθωμάτων δεν ευσταθούν. Οι επιχειρήσεις κατά κανόνα πληρώνουν εμπρόθεσμα και η υποχρεωτική βεβαίωση από τους Δήμους κατά την ανανέωση αδειών διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν ανεξόφλητες οφειλές (Κεφ. 4.2 – Σελ. 13).
Ως φορέας εταιρειών και στελεχών με τεράστια τεχνογνωσία και εμπειρία στον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας ενθαρρύνουμε πάντα τον επιστημονικό αλλά και τον κοινωνικό διάλογο. Διάλογο που βασίζεται σε γεγονότα και πραγματικά στοιχεία. Σεβόμαστε τη διαφορετική άποψη και είναι καθήκον μας να ενημερώνουμε σε βάθος τους συνομιλητές μας αλλά και όποιους ασχολούνται περιστασιακά με τον κλάδο μας. Σεβόμαστε τις απόψεις και την εργασία τους αλλά δεν τις ασπαζόμαστε όταν παρουσιάζουν ελλείψεις ή μεθοδολογικές αστοχίες, αναφορικά με την συνεισφορά της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας στην οικονομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τις τοπικές κοινωνίες. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε καθήκον μας να αξιολογήσουμε την «Μελέτη» και να ενημερώσουμευπεύθυνα κάθε ενδιαφερόμενο, εντός και εκτός του κλάδου, για την καθημερινή μας προσπάθεια να καταστήσουμε την Ελλάδα πρωταγωνιστή διεθνώςκάνοντας πράξη την γαλάζια οικονομία με βιώσιμη ανάπτυξη.
Σύνοψη Συμπερασμάτων της αξιολόγησης της μελέτης του Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η ανάλυση των δεδομένων και των επιμέρους θεματικών ενοτήτων της έκθεσης καταδεικνύει ότι ορισμένα συμπεράσματα παρουσιάζουν μεθοδολογικές αδυναμίες, ελλιπή τεκμηρίωση ή αποσπασματική χρήση πηγών. Παρακάτω συνοψίζονται οι βασικές παρατηρήσεις ανά θεματική ενότητα, με στόχο την αποτύπωση μιας πιο ισορροπημένης και τεκμηριωμένης εικόνας για τον κλάδο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Οικονομία
• Η μείωση του ποσοστού είναι κυκλική, όχι διαρθρωτική· ο κλάδος παραμένει ισχυρός.
• Η εξειδίκευση σε τσιπούρα και λαβράκι είναι στρατηγικό πλεονέκτημα, όχι αδυναμία.
• Οι διεθνείς τάσεις επιβεβαιώνουν τη συνεχή ανάπτυξη και βιωσιμότητα του κλάδου.
• Η εξάρτηση μειώνεται μέσω καινοτόμων ζωοτροφών και τεχνολογικής υποκατάστασης.
• Ο κλάδος στηρίζει εκατοντάδες προμηθευτές και ενισχύει την τοπική οικονομία.
• Διαθέτει αυστηρή και ώριμη θεσμική βάση, πρότυπο για άλλους τομείς.
• Οι οικονομικές υποχρεώσεις τηρούνται κανονικά· οι αναφορές περί οφειλών δεν ευσταθούν.
Κοινωνία και απασχόληση
• Ο κλάδος προσφέρει σταθερές, μόνιμες θέσεις εργασίας σε νησιωτικές και μειονεκτικές περιοχές, στηρίζοντας την τοπική ανάπτυξη.
• Η ιχθυοκαλλιέργεια διατηρεί νεανικό προφίλ, με πάνω από το 50% των εργαζομένων κάτω των 40 ετών.
• Η συμμετοχή των γυναικών αυξάνεται διαρκώς, με παρουσία σε θέσεις ευθύνης και κρίσιμους παραγωγικούς ρόλους.
• Το ανθρώπινο δυναμικό είναι υψηλά καταρτισμένο και εκπαιδευμένο, στηρίζοντας την τεχνολογική καινοτομία και τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Περιβάλλον
• Η ανάλυση βασίζεται σε γενικές και παρωχημένες βιβλιογραφικές πηγές, χωρίς τοπική τεκμηρίωση ή αναφορά σε σύγχρονα ελληνικά δεδομένα.
• Παραλείπεται η αξιολόγηση των σύγχρονων εργαλείων περιβαλλοντικής διαχείρισης και των συστημάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται σε Π.Ο.Α.Υ. και μονάδες.
• Γίνονται εσφαλμένες ή άστοχες συγκρίσεις με ξένα παραδείγματα, αγνοώντας το διαφορετικό κανονιστικό και οικολογικό πλαίσιο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Τουρισμός
• Η σύγκριση με τον τουρισμό είναι μεροληπτική, καθώς απομονώνει την ιχθυοκαλλιέργεια ως «αντίπαλο» κλάδο και αγνοεί άλλους πραγματικούς παράγοντες υποβάθμισης του τουριστικού προϊόντος.
• Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (ΕΠΧΣΑΑ, ΚΥΑ 7315/Β/2024 κ.ά.) προωθεί τη συνύπαρξη και τις συνέργειες των δύο κλάδων μέσω κοινών δραστηριοτήτων, εκπαίδευσης και τουρισμού εμπειρίας.
• Οι διεθνείς συγκρίσεις και πηγές που επικαλείται η μελέτη είναι άστοχες, καθώς αφορούν διαφορετικά περιβάλλοντα· στην Ελλάδα τεκμηριώνονται παραδείγματα επιτυχημένης, βιώσιμης συνύπαρξης.