Οι καταναλωτικές δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών βρίσκονται υπό ισχυρή πίεση, με το 35,1% του συνολικού προϋπολογισμού να κατευθύνεται για την κάλυψη των αναγκών σε τρόφιμα και στέγαση, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024. Η ακρίβεια οδήγησε σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης βασικών ειδών, όπως ελαιόλαδο, αυγά και ψωμί.
Κύρια ευρήματα της έρευνας:
Αύξηση Κατανάλωσης: Αντίθετα, σημειώθηκε αύξηση στην κατανάλωση ψαριών (+6,2%), γιαουρτιού (+3,6%), ζυμαρικών (+0,7%), ρυζιού (+0,5%) και κρέατος (+0,4%).
Οικονομικές Ανισότητες: Οι επιπτώσεις της ακρίβειας είναι πιο έντονες στα χαμηλόεισοδηματικά νοικοκυριά. Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δαπανούσε το 55,9% του προϋπολογισμού του σε τρόφιμα και στέγαση, ένα ποσοστό που πέφτει στο 24,7% για το πλουσιότερο 20%. Σήμερα, τα πλουσιότερα νοικοκυριά ξοδεύουν 5,68 φορές περισσότερα από τα φτωχότερα, ένα χάσμα που έχει διευρυνθεί σε σχέση με το 2019 (5,4 φορές).
Κατανομή Δαπανών: Μετά τη διατροφή (20,7%), οι κύριες μηνιαίες δαπάνες αφορούν τις μεταφορές (13,3%), την εστίαση και τη διασκέδαση (11,8%), την υγεία (7,8%) και τα είδη ένδυσης (5%).
Ενεργειακές Δαπάνες: Παρατηρήθηκε αύξηση στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας (+8,3%), αλλά σημαντική πτώση στη χρήση στερεών καυσίμων (-16,2%), φυσικού αερίου (-14,8%) και υγρών καυσίμων (-8,3%).
Περιφερειακές Διαφορές: Η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη σημειώθηκε στην Αττική (24.363 ευρώ), ενώ η χαμηλότερη στη Στερεά Ελλάδα (14.215 ευρώ). Τα αστικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 28,8% περισσότερα από τα αγροτικά.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν μια πραγματικότητα όπου τα νοικοκυριά αντισταθμίζουν την ακρίβεια μειώνοντας την ποσότητα των αγορών τους, ιδίων σε βασικά αγαθά, με τις πιο σκληρές συνέπειες να πλήττουν τις ήδη ευάλωτες οικονομίες.