Το καλοκαίρι του 1956, το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, μόλις δύο χρόνια μετά τη θεσμοθέτηση των Επιδαυρίων το 1954, έζησε μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της ιστορίας του. Πάνω από 16.000 θεατές συνέρρευσαν στο φημισμένο θέατρο του Πολυκλείτου για να παρακολουθήσουν την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου που έμεινε αξέχαστη. Η παράσταση, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, ανέδειξε τη νεαρή Άννα Συνοδινού στον ομώνυμο ρόλο, καθιερώνοντάς την ως μια από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της εποχής, ενώ η Αντιγόνη Βαλάκου ενσάρκωσε την Ισμήνη με εξαιρετική παρουσία.

Η κοσμοσυρροή ήταν πρωτοφανής. Το κοίλον του θεάτρου γέμισε ασφυκτικά, με θεατές να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές και να «κρέμονται σαν τσαμπιά», όπως περιγράφηκε χαρακτηριστικά, καθώς οι θέσεις δεν επαρκούσαν. Η εφημερίδα «Καθημερινή», σε άρθρο της 10ης Ιουλίου 1956, ανέφερε: «Περί την 7ην εσπερινήν, το θέατρο ήταν ασφυκτικώς πλήρες. Θεαταί του άνω διαζώματος εισώρμησαν ανεξέλεγκτα, διασπάσαντες την ζώνη της Χωροφυλακής, κατέλαβον θέσεις του κάτω διαζώματος, προοριζομένας δια θεατάς που είχαν πληρώσει εισιτήριο 100, 60 και 40 δραχμών, με αποτέλεσμα πολλοί να μείνουν όρθιοι ή να καθίσουν κατά γης».

Η παράσταση σηματοδότησε μια κορυφαία στιγμή για το αρχαίο δράμα, με τον Δημήτρη Ψαθά να σχολιάζει εύστοχα: «Δεν έγινε για τους άσσους του ποδοσφαίρου. Έγινε για τον Σοφοκλή. Κι αυτό -διάβολε- έχει κάποια σημασία». Η «Αντιγόνη», με την ακλόνητη ηρωίδα της, καθήλωσε το κοινό, αντικατοπτρίζοντας τη δίψα της μεταπολεμικής Ελλάδας για πολιτισμό και πνευματική ανάταση. Σε μια εποχή που η πλειονότητα των Ελλήνων δεν διέθετε ιδιωτικό όχημα και η διαδρομή από την Αθήνα στην Επίδαυρο διαρκούσε τέσσερις ώρες, η μαζική προσέλευση κατέδειξε τη διαχρονική δύναμη της αρχαίας τραγωδίας.

Η Επίδαυρος βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της, φιλοξενώντας μια παράσταση που όχι μόνο σημάδεψε την καλλιτεχνική πορεία της Άννας Συνοδινού αλλά και αποτύπωσε τη βαθιά σύνδεση του ελληνικού κοινού με το αρχαίο δράμα, σε μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό θέατρο.