Τη δημόσια συγγνώμη του εξέφρασε ο δημοσιογράφος Σταμάτης Ζαχαρός για όσα είπε στην εκπομπή του αναφερόμενος στο θέμα της Εριέττα Μόλχο, θύματος των Τεμπών. Υποστήριξε πως δεν είχε σκοπό να θίξει την αδικοχαμένη κοπέλα στην εκπομπή του κι ανέλαβε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για το ατόπημα.
Ειδικότερα, ο κ. Ζαχαρός μιλώντας για το ζήτημα αυτό είχε αναφερθεί με ανοίκειο και ειρωνικό τρόπο, γεγονός που προκάλεσε σάλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε αλλεπάλληλες ύβρεις προς το πρόσωπό του. «Μήπως δεν ήταν στο τρένο στα Τέμπη; Μήπως δεν υπήρχε;», είχε πει ο ίδιος στην εκπομπή του, γεγονός που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων ενώ είχε αναφερθεί και στα θύματα του Πολυτεχνείου.
Πριν από λίγο ο ίδιος στην ανάρτησή του ανέφερε τα εξής:
«Θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρος: η συγκεκριμένη διατύπωση ήταν δικό μου λάθος και δεν εξέφραζε σε καμία περίπτωση ούτε ειρωνεία προς την αδικοχαμένη Εριέττα Μόλχο ούτε, πολύ περισσότερο, υιοθέτηση οποιασδήποτε θεωρίας συνωμοσίας.
Η πρόθεσή μου ήταν να ασκήσω ειρωνική κριτική σε όσους υιοθετούν διάφορες θεωρίες γύρω από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, όπως έχω κάνει και στο παρελθόν μέσα από την εκπομπή.
Όμως η συγκεκριμένη διατύπωση ήταν απολύτως λανθασμένη και ο τρόπος με τον οποίο επέλεξα να εκφράσω αυτή την άποψη ήταν επίσης λάθος.
Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για όσα είπα.
Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη από όλους όσοι προσβλήθηκαν ή πληγώθηκαν από τη συγκεκριμένη αναφορά και, πάνω απ’ όλα, από την οικογένεια της Εριέττας Μόλχο και τους συγγενείς όλων των θυμάτων των Τεμπών.
Δεν ήταν ούτε πρόθεσή μου ούτε επιθυμία μου να προσβάλω τη μνήμη κανενός ανθρώπου που χάθηκε τόσο άδικα, ούτε έχω υποστηρίξει ποτέ κάποια θεωρία που αμφισβητεί τα γεγονότα ή τον πόνο των οικογενειών των θυμάτων.
Η διατύπωσή μου ήταν λανθασμένη. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γι’ αυτήν και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό. Παρακολουθώ στενά τις εξελίξεις γύρω από τη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών και θα συνεχίσω να παρουσιάζω και να σχολιάζω τα γεγονότα με σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και με μοναδικό γνώμονα την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ανάγκη των συγγενών να δικαιωθούν».