Υπάρχουν συναντήσεις που αλλάζουν την πορεία του πολιτισμού μιας χώρας. Τον Αύγουστο του 1957, η μοίρα έφερε κοντά δύο φωνές που έμελλε να σφραγίσουν το ελληνικό τραγούδι. Η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ενώθηκαν μόνο στο πάλκο, αλλά και στη ζωή, δημιουργώντας ένα από τα πιο επιδραστικά κεφάλαια της λαϊκής μας κληρονομιάς.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο μεγάλος λαϊκός βάρδος άκουσε την νεαρή τότε Μαρινέλλα να ερμηνεύει το «Πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη. Μετά τη σύσταση από τον Στέλιο Ζαφειρίου, ο Καζαντζίδης διέκρινε αμέσως την ιδιαιτερότητα της φωνής της, επισημαίνοντας πως προσέγγιζε το λαϊκό τραγούδι με έναν δικό της, πιο «ελαφρύ» τρόπο.

Η γνωριμία τους, ωστόσο, απέκτησε βάθος μακριά από τα φώτα, μέσα στη βάρκα του πατέρα της. Η κοινή τους αγάπη για τη θάλασσα και το ψάρεμα έγινε ο συνδετικός κρίκος μιας σχέσης που ξεκίνησε με μια επαγγελματική πρόταση-σταθμό: ο Καζαντζίδης της ζήτησε να γίνει το «σεγκόντο» του.
Η καλλιτεχνική τους πορεία υπήρξε θριαμβευτική. Από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική και την Αυστραλία, το δίδυμο γνώρισε πρωτοφανή δόξα. Οι διφωνίες τους αποτελούν μέχρι σήμερα αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης από μουσικολόγους και καλλιτέχνες, καθώς η αρμονία των φωνών τους άγγιζε την τελειότητα.
Μαζί ερμήνευσαν έργα των σπουδαιότερων δημιουργών, όπως του Θεόδωρου Δερβενιώτη, του Απόστολου Καλδάρα, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Βασίλη Τσιτσάνη, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και του Κώστα Βίρβου. Κάθε ηχογράφηση, είτε σε πρώτη είτε σε δεύτερη εκτέλεση, μετέτρεπε το λαϊκό βίωμα σε υψηλή τέχνη.

Στις 7 Μαΐου 1964, το ζευγάρι ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας. Το ταξίδι τους συνεχίστηκε στη Γερμανία και τις ΗΠΑ, συνδυάζοντας το μέλι του γάμου με τις απαιτητικές εμφανίσεις. Ωστόσο, οι αρχές του 1965 έφεραν μια μεγάλη ανατροπή, όταν ο Καζαντζίδης πήρε την ιστορική απόφαση να σταματήσει οριστικά τις ζωντανές εμφανίσεις του.
Η προσωπική τους αυλαία έπεσε τον Σεπτέμβριο του 1966. Παρά τον χωρισμό τους, η δισκογραφική τους ιστορία είχε μια τελευταία πράξη: συναντήθηκαν ξανά στο στούντιο το 1968 για έναν κοινό δίσκο 33 στροφών, ο οποίος κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1969. Ήταν το «αντίο» ενός διδύμου που, αν και τράβηξε χωριστούς δρόμους, παρέμεινε αθάνατο μέσα από τις χαραγμένες στροφές των δίσκων και τη μνήμη ενός ολόκληρου λαού.











